Αναδημοσιεύουμε άρθρο της Μαριάνας Τσίχλη από το αφιέρωμα της ΕΦΣΥΝ Η “Μαύρη Διεθνής” – Η παγκόσμια γεωγραφία της νέας Ακροδεξιάς, όπως δημοσιεύτηκε με την ΕΦΣΥΝ του Σαββατοκύριακου 24 Μαΐου 2025:
Η ακροδεξιά στην Ευρώπη καταγράφει σημαντική άνοδο, που αποτυπώθηκε στις Ευρωεκλογές, αλλά και σε επιμέρους εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις. Στις ευρωεκλογές του 2024, 187 έδρες (26%) κατελήφθησαν από κόμματα παραλλαγών της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και κατανέμονται σε τρεις ευρωομάδες. Μεταξύ των τριών ευρωομάδων, υπάρχουν διαφοροποιήσεις, ωστόσο η βασικότερη συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται από τις βασικές πολιτικές δυνάμεις του Ευρωκοινοβουλίου. Ενώ το PfE και το ESN αντιμετωπίζονται με τη λογική της υγειονομικής ζώνης και αποκλείονται από θεσμικές θέσεις της ΕΕ, το ECR, όπου εντάσσονται μεταξύ άλλων οι Fratelli d’ Italia, δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό και αποτέλεσε βασικό εταίρο για την επανεκλογή της Ursula Von Der Leyen. Παράλληλα, σε επίπεδο επιμέρους κρατών, οι ακροδεξιές κυβερνήσεις έχουν αυξηθεί, όπως και η πολιτική και εκλογική επιρροή της ακροδεξιάς στα κοινοβούλια.
Εξετάζοντας τις βασικότερες δυνάμεις της ακροδεξιάς στις χώρες του βασικού πυρήνα της ΕΕ, παρά τις διαφοροποιήσεις, αναδεικνύονται κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και συμπεράσματα για τις διεργασίες που οδήγησαν στο κύμα ανόδου της ακροδεξιάς, που δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά: μετριοπαθής μετατόπιση ή «κανονικοποίηση»;
Το ρεύμα των ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων, πρωτίστως στη δυτική Ευρώπη, παρουσιάζει μία κοινή δέσμη ιδεολογικών και πολιτικών χαρακτηριστικών: α) η ανάδειξη του εθνικισμού, της ξενοφοβίας και της αντιμεταναστευτικής πολιτικής ως κεντρικής θέσης, συνοδευόμενης από τον κρατικό αυταρχισμό, β) η υπεράσπιση της παραδοσιακής οικογένειας και η αντίθεση στα δικαιώματα των γυναικών και της LGBTQ κοινότητας, γ) ο σωβινισμός, ο εθνικισμός υπό την έννοια της υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας και της κρατικής οντότητας έναντι «διεθνών απειλών». Παρά τις προσπάθειες «κανονικοποίησης» της ακροδεξιάς και παρουσίασής της ως μετριοπαθέστερης, τόσο από τα ίδια τα ακροδεξιά κόμματα, όσο και από τμήματα των βασικών ΜΜΕ, οι πιο σημαντικές περιπτώσεις της ακροδεξιάς είτε αποτελούν την εξέλιξη ανοιχτά νεοφασιστικών μορφωμάτων, είτε έχουν ισχυρές εθνικιστικές πτέρυγες.
Στη Γαλλία, η Εθνική Συσπείρωση (Rassemblement National – RN), που κατέγραψε περίπου 37% στον δεύτερο γύρο των εθνικών εκλογών του 2024, είναι η εξέλιξη της πιο εμβληματικής περίπτωσης της εθνικιστικής, νεοφασιστικής ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Το Εθνικό Μέτωπο (Front National) ιδρύθηκε το 1972, συνενώνοντας νεοφασιστικά και εθνικιστικά ρεύματα και οργανώσεις. Στις ευρωεκλογές και στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 1984, ο Jean Marie Le Pen κατέγραψε πρωτοφανείς για την περίοδο εκλογικές επιδόσεις, αποτελώντας σημείο αναφοράς για τα ακροδεξιά, νεοφασιστικά ρεύματα σε όλη την Ευρώπη. Το 2011, η Marine Le Pen διαδέχθηκε τον πατέρα της στην ηγεσία του FN και ακολούθησε μία προσπάθεια παρουσίασής του ως ένα κόμμα που αποστασιοποιείται από την νεοφασιστική φυσιογνωμία του. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μετονομασία του κόμματος το 2018. Παρά τη ρητορική που παρουσιάζει το RN ως ένα πιο μετριοπαθές ακροδεξιό κόμμα σε σχέση με το παρελθόν του, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλλαγές στη συνολική φυσιογνωμία ή τη στρατηγική του, αλλά περισσότερο για διαφοροποιήσεις τακτικής. Παρότι εγκαταλείφθηκαν οι πιο επιθετικές όψεις, παραμένει συστατικό σημείο ο ρατσιστικός, αντιμεταναστευτικός λόγος, η λεγόμενη κατάληψη της Γαλλίας από ξένους πληθυσμούς, η ρητορική της «αντίστροφης αποικιοποίησης», που στρέφεται κατά κύριο λόγο κατά των μουσουλμάνων. Στο κέντρο παραμένει το ίδιο χαρακτηριστικό: ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, η νοσταλγία του αποικιοκρατικού παρελθόντος και η σύνδεση της αντιμεταναστευτικής ρητορικής με την πληθώρα κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων.
Αντίστοιχα, το κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d’ Italia – FdI) έχει τις ιστορικές ρίζες του στο Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (Movimento Sociale Italiano – MSI), το νεοφασιστικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1946 από βετεράνους της Δημοκρατίας του Σαλό. Η ίδια η Μελόνι ξεκίνησε την πολιτική της πορεία με την ένταξή της στο MSI και αναφέρεται στην «70χρονη παράδοση του κόμματός της», συνδέοντας το FdI, που ιδρύθηκε το 2012, με το MSI. Μετά από μία μακρά ιστορία που κυμαινόταν ανάμεσα στην ανοιχτή νεοφασιστική δράση και στην προσπάθεια ενσωμάτωσης στο πολιτικό σύστημα, το MSI μετονομάστηκε σε Εθνική Συμμαχία (Alleanza Nationale -AN) και, αργότερα, συγχωνεύθηκε με τη δεξιά του Μπερλουσκόνι. Το FdI αποτελεί διάσπαση, προερχόμενη στην ουσία από το MSI και την AN και συγκροτήθηκε στη βάση μίας πιο επιθετικής, ρατσιστικής και εθνικιστικής ρητορικής. Το FdI εμφάνισε ένα πιο ριζοσπαστικό, «αντισυστημικό» προφίλ, εγκαλώντας για την εγκατάλειψη της νεοφασιστικής παράδοσης.
Η περίπτωση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland – AfD), που κατέγραψε 20,8% στις εθνικές εκλογές της Γερμανίας το 2025, παρουσιάζει διαφοροποιήσεις. Το AfD ιδρύθηκε το 2013, με κύριο προσανατολισμό έναν συντηρητικό ευρωσκεπτικισμό και στόχο να ενώσει το πολιτικό φάσμα στα δεξιά του CDU και του FDP. Σύντομα μετά την ίδρυσή του, ωστόσο, εμφανίστηκε ένα νέο ρεύμα της παραδοσιακής, εθνικιστικής άκρας δεξιάς, στον πυρήνα της ιδεολογίας του οποίου βρίσκεται η αντίληψη του Volk, μίας εθνικά ομογενοποιημένης κοινότητας. Μετά από χρόνια εσωτερικών συγκρούσεων, το ρεύμα αυτό επικράτησε στο AfD.
Η εκλογική βάση της ακροδεξιάς
Η κοινωνικοταξική σύνθεση του εκλογικού μπλοκ των ακροδεξιών κομμάτων εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά. Στη Γαλλία, ένα τμήμα της ιστορικής βάσης του FN περιλάμβανε τμήματα της εργατικής τάξης με παραδοσιακή δεξιά ψήφο, που ριζοσπαστικοποιήθηκαν την δεκαετία του ’80. Όσο υποχωρούσε η σύνδεση της αριστεράς με τα εργαζόμενα στρώματα, η άκρα δεξιά ενισχυόταν. Σήμερα, η υψηλότερη δυναμική του εντοπίζεται σε τμήματα του πληθυσμού με χαμηλότερη τυπική εκπαίδευση, αλλά σχετικά σταθεροποιημένη οικονομική κατάσταση, κυρίως στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας (πχ τμήματα της εργατικής τάξης με σταθερές σχέσεις εργασίας και ιδιόκτητη κατοικία) και κατώτερα μικροαστικά στρώματα (ιδιοκτήτες μικρών καταστημάτων και επιχειρήσεων, τεχνίτες κ.λπ.). Η τάση αυτή ενισχύεται ακόμα περισσότερο στις μικρές πόλεις, ιδιαίτερα σε περιοχές που ήταν ιστορικά εχθρικές απέναντι στην αριστερά. Από το 2022, το RN ενισχύεται και σε πιο εύπορες περιοχές, παράλληλα με την κατάρρευση του Μακρόν και την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς ως μίας εναλλακτικής απέναντι στην άνοδο της αριστεράς με κέντρο την Ανυπότακτη Γαλλία. Οι επιδόσεις του RN ενισχύονται στα μικροαστικά στρώματα, αλλά και στον αγροτικό πληθυσμό, που παραδοσιακά ήταν συνδεδεμένος με τη δεξιά.
Στην Ιταλία, το FdI και, προηγουμένως, η Λέγκα, υπερεκπροσωπούνταν στα στρώματα με χαμηλότερη εκπαίδευση, αλλά και με χαμηλότερα εισοδήματα. Ωστόσο, ιδιαίτερα η Λέγκα είχε ισχυρές επιδόσεις και σε υψηλά εισοδηματικά στρώματα, όπως και το ισπανικό VOX, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ακροδεξιών κομμάτων, κάτι που συνδέεται με επιμέρους ειδικά χαρακτηριστικά τους.
Το AfD έχει έναν σταθερό εκλογικό πυρήνα στα σώματα ασφαλείας και στο δικαστικό μηχανισμό. Και στην περίπτωση του AfD, η μεγαλύτερη επιρροή του εντοπίζεται σε στρώματα με χαμηλότερη εκπαίδευση που κατέχουν θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, ωστόσο οι επιδόσεις του αυξάνονται και σε υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Ένα σημαντικό τμήμα της επιρροής του AfD συνολικότερα, αλλά και της εθνικιστικής του πτέρυγας ειδικότερα, εντοπίζεται στα κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας.
Η εικόνα που παρουσιάζει η κατανομή της ψήφου στις τρεις αυτές περιπτώσεις είναι παρόμοια με τα περισσότερα ακροδεξιά – αντιμεταναστευτικά κόμματα και σχηματισμούς στην Ευρώπη, που αντλούν κατά κύριο λόγο εκλογική στήριξη από στρώματα με χαμηλότερη τυπική εκπαίδευση, χαμηλότερα εισοδήματα και, κατ’ επέκταση από τμήματα κοινωνικών στρωμάτων με χαμηλότερη κοινωνικοταξική ένταξη. Η κοινωνικοταξική σύνθεση της ακροδεξιάς ψήφου αποτελεί σημαντική πλευρά ενός ευρύτερου ζητήματος. Παρότι οι εισοδηματικές ελίτ – τα αστικά και ανώτερα μικροαστικά στρώματα – εξακολουθούν να ψηφίζουν δεξιά κόμματα, η εκλογική βάση των κομμάτων της αριστεράς έχει μετατοπιστεί. Ήδη από την δεκαετία του 2000, τα στρώματα με υψηλότερη τυπική εκπαίδευση ψηφίζουν κόμματα που τοποθετούνται στο φάσμα της αριστεράς με την ευρύτερη έννοια (αριστερά, «κεντροαριστερά», σοσιαλδημοκρατία). Ταυτόχρονα, η αριστερά και η σοσιαλδημοκρατία χάνει τις σχέσεις εκπροσώπησης που διέθετε με το παραδοσιακό της ακροατήριο, με τα στρώματα χαμηλότερης τυπικής εκπαίδευσης και, εν μέρει, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η υποχώρηση των σχέσεων αυτών δημιουργεί χώρο για την άνοδο των κομμάτων της ακροδεξιάς, ή, σε λιγότερες περιπτώσεις, κομμάτων με αντιφατικά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία, πάντως, δεν εντάσσονται στην αριστερά. Ταυτόχρονα, η ταύτιση σημαντικών τμημάτων της ευρωπαϊκής αριστεράς με την ΕΕ και τον ευρωατλαντικό συνασπισμό, ιδιαίτερα στην περίοδο που οι ειδικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης του 2007 – 2008 στην ΕΕ οδήγησαν σε μεγάλη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων, έδωσε στην ακροδεξιά τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως ψευδεπίγραφος ευρωσκεπτικιστικός πόλος και τη διευκόλυνε να οικοδομήσει μία «αντισυστημική» ταυτότητα.
Αίτια της ανοδικής πορείας της ακροδεξιάς
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των χωρών του πυρήνα της ΕΕ, η άνοδος της ακροδεξιάς συνδέεται με την νεοφιλελεύθερη στροφή των πρώην σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και την πολιτική που εφαρμόστηκε από τις κυβερνήσεις της «κεντροαριστεράς». Οι διάφορες εκδοχές της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας δεν απέτυχαν απλώς να εφαρμόσουν τα προγράμματά τους, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, υλοποίησαν τα προγράμματα των αντιπάλων τους, δημιουργώντας έτσι χώρο για την εμφάνιση της ακροδεξιάς ως «αντίπαλου του νεοφιλελευθερισμού».
Στην περίπτωση της Γαλλίας, οι κεντροαριστεροί συνασπισμοί που βρέθηκαν στην εξουσία υπό το Σοσιαλιστικό κόμμα εφάρμοσαν σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που οδήγησαν σε απογοήτευση και δεξιές μετατοπίσεις τις εργαζόμενες τάξεις. Αυτή η εξέλιξη άνοιξε το δρόμο στην αντίληψη «ούτε δεξιά, ούτε αριστερά», που αποτέλεσε γραμμή του FN/RN ήδη από το 1990, έκοψε τους δεσμούς των εργαζόμενων τάξεων με τα πρώην κεντροαριστερά, σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αλλά και ενίσχυσε την αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Στην Ιταλία, η απόφαση της, προερχόμενης από το ΚΚΙ, Rifondazione Comunista, βασικής δύναμης αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του ’90 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000, να ενταχθεί το 2006 στον κυβερνητικό συνασπισμό της κεντροαριστεράς του Πρόντι οδήγησε στην υποστήριξη, μεταξύ άλλων, της συμμετοχής της Ιταλίας στις ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν και στον Λίβανο και στην εκλογική και πολιτική της κατάρρευση. Έτσι, το κενό που δημιούργησε η κρίση δεν καλύφθηκε από την αριστερά, αλλά από το αντιφατικό ιδεολογικά, «αντισυστημικό» Κίνημα Πέντε Αστέρων ( Movimento Cinque Stelle – M5S) και την ακροδεξιά Λέγκα (πρώην Λέγκα του Βορρά). Στη Γερμανία, ήδη πριν την περίοδο διακυβέρνησης της Μέρκελ, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Σρέντερ επέβαλε σκληρές νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις στο κράτος πρόνοιας, τον περιορισμό των μισθών και την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων, ανοίγοντας τον δρόμο στη δεξιά και, στη συνέχεια, στην ακροδεξιά. Επιπλέον, η σταθερή συμμετοχή του SPD στη δεύτερη και τρίτη κυβέρνηση Μέρκελ, αλλά και ο κυβερνητικός συνασπισμός του SPD και των Πρασίνων, υπό τον Σολτς, εντείνουν αυτά τα αποτελέσματα. Αντιστοιχίες υπάρχουν στην Ισπανία, που η αποτυχία των Podemos συνέβαλε στην εμφάνιση λαϊκίστικων δεξιών μορφωμάτων, αλλά και, εν τέλει, του ακροδεξιού VOX, αλλά και στην Πορτογαλία, με την ίδρυση, το 2019, του ακροδεξιού Chega.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα κόμματα της ακροδεξιάς κατόρθωσαν, επιπλέον, να εμφανιστούν ως αντισυστημικοί παράγοντες, έχοντας αποφύγει την εμπλοκή σε κυβερνητικούς συνασπισμούς της δεξιάς από τη θέση του ηγεμονευόμενου εταίρου και τη συνακόλουθη φθορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της Ιταλίας, όπου η Λέγκα, που αποτέλεσε τον ηγετικό πόλο της ακροδεξιάς, χρεώθηκε την συμμετοχή της στην κυβέρνηση Conte, με αποτέλεσμα την αντιστροφή των συσχετισμών και την κυριαρχία του FdI.
Η αφήγηση του εξωτερικού, αντισυστημικού παράγοντα έρχεται σε αντίθεση με τα προγράμματα των κομμάτων αυτών. Οι πολιτικές τους προτάσεις σε ότι αφορά στα ζητήματα οικονομικής πολιτικής, κάθε άλλο παρά αμφισβητούν τις κεντρικές πλευρές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, αντίθετα είναι πολύ επιθετικές απέναντι στις λαϊκές τάξεις. Ακόμα και στις περιπτώσεις που τα κόμματα αυτά ενέτασσαν στα προγράμματά τους κάποιες πλευρές αναδιανομής (οι οποίες ωστόσο πάντα είχαν ενσωματωμένη τη ρατσιστική πτυχή, αφού αφορούσαν μόνο τον «εθνικά καθαρό» πληθυσμό), αυτές στην πορεία αποσύρθηκαν, ιδιαίτερα όσο αυξανόταν η εκλογική τους επιρροή και πλησίαζαν στην διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας.
Η άνοδος της ακροδεξιάς πυροδοτείται και από την ίδια την επίπτωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών συνολικά, αλλά και ειδικότερα από την επίπτωση της πολιτικής της ΕΕ σε μια σειρά από χώρες. Η εξατομίκευση, η συμπίεση ή ακόμα και η καταστροφή τμημάτων των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, ως αποτέλεσμα του καταμερισμού εργασίας στο εσωτερικό της ΕΕ, της αποβιομηχάνισης και της υποχώρησης της παραγωγικής βάσης σε μια σειρά από χώρες, η διεύρυνση της αβεβαιότητας και της επισφάλειας στις εργασιακές σχέσεις, διαμόρφωσαν εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ανασφάλειας, του φόβου της κοινωνικής και οικονομικής περιθωριοποίησης, που τροφοδότησε την ακροδεξιά αφήγηση και τη ρατσιστική και αντιμεταναστευτική ρητορική. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις των χωρών που χτυπήθηκαν περισσότερο από τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης του 2007 – 2008, η εφαρμογή των επιταγών της ΕΕ για την έξοδο από την κρίση έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο.
Ταυτόχρονα, οι ακροδεξιές δυνάμεις ενισχύθηκαν από την κανονικοποίηση της πολιτικής τους ατζέντας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της πολιτικής τους παρουσίας. Η αδυναμία και η απροθυμία των παραδοσιακών αστικών πολιτικών κομμάτων να ενσωματώσουν, έστω και υποτελώς, στην πολιτική τους, τμήματα της εργατικής τάξης και των καταστρεφόμενων μικροαστικών στρωμάτων οδήγησε στην ένταση του αυταρχισμού, αλλά και στην ενσωμάτωση του ρατσιστικού λόγου και της αντιμεταναστευτικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, σε μια σειρά από περιπτώσεις (χαρακτηριστική είναι η Γαλλία και η Ιταλία) τα ακροδεξιά κόμματα και οι ηγετικές τους φυσιογνωμίες ενισχύθηκαν από τα μεγάλα ΜΜΕ.
Ανατολική Ευρώπη – το παράδειγμα της Ουγγαρίας
Η άνοδος της ακροδεξιάς στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης έχει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Εμβληματική περίπτωση είναι αυτή της Ουγγαρίας, όπου, από το 2010 και μετά, το Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν είναι αναμφισβήτητος κυβερνητικός πόλος. Η εκτόξευση της επιρροής του Fidesz το 2010 και η ανάδειξή του για δεύτερη φορά στην κυβέρνηση, ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της σκληρής πολιτικής λιτότητας που εφαρμόστηκε από το σοσιαλδημοκρατικό MSZP και των καταστροφικών επιπτώσεων της «αποκομμουνιστικοποίησης», μέσω της άκρατης εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Οι επιπτώσεις της κρίσης και ο δανεισμός από το ΔΝΤ οδήγησαν σε ακόμα πιο σκληρά μέτρα, που αποτυπώθηκαν στην κατάρρευση της επιρροής του MSZP. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ουγγαρίας (όπως και ακόμα περισσότερο, της Πολωνίας, όπου επίσης η ακροδεξιά βρέθηκε στην κυβερνητική εξουσία), οι ιδεολογικές αντιθέσεις ήταν πολύ έντονες ήδη πριν εμφανιστούν οι επιπτώσεις της κρίσης, με βασικό πυλώνα την αντικομμουνιστική ιδεολογία που διαμόρφωνε μία έντονη ιδεολογική συνέχεια μεταξύ της δεξιάς και των εθνικιστικών και νεοφασιστικών μορφωμάτων και μία ιδεολογική ηγεμονία του ακροδεξιού μπλοκ. Άλλωστε, το ίδιο το Fidesz ξεκίνησε ως ένα τυπικά φιλελεύθερο δεξιό κόμμα, με έντονα ωστόσο αντικομμουνιστικά στοιχεία, τα οποία αξιοποιήθηκαν για να εντείνουν την πόλωση. Είναι, επίσης, ενδεικτικό ότι το 2010, εκτός από την χωρίς προηγούμενο εκλογική νίκη του Fidesz, καταγράφηκε και σημαντική εκλογική επιτυχία του νεοφασιστικού τότε Jobbik, ενώ στην Ουγγαρία διατηρούν πολιτική πρακτική πολλές και διαφορετικές ομαδοποιήσεις της ακροδεξιάς ή και νεοφασιστικά μορφώματα.
Παρά την υποτιθέμενη αντίθεση του Όρμπαν στον νεοφιλελευθερισμό, η πολιτική του Fidesz σε διάφορα πεδία, όπως η φορολογία, οι εργασιακές σχέσεις, οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, είναι ακραία νεοφιλελεύθερη. Ήδη από το 2015 – 2016, το Fidesz προσανατολίστηκε σε μία ακόμα πιο έντονη ακροδεξιά στροφή, με την αντιμεταναστευτική πολιτική να καταλαμβάνει κεντρική θέση. Επιπλέον, η μακρά θητεία του Όρμπαν έχει συνοδευθεί από αυταρχικές θεσμικές τομές, συμπεριλαμβανομένων συνταγματικών αλλαγών, της στενής σύνδεσης του Fidesz με τον κρατικό μηχανισμό, αλλά και του άμεσου ελέγχου των μεγάλων ιδιωτικών ΜΜΕ, ή ακόμα και πανεπιστημίων. Επίσης, εξελίσσεται μία αναθεώρηση της ιστορίας, με στόχο, ανάμεσα στα άλλα, την αποκατάσταση του καθεστώτος του Horthy, που συνεργάστηκε με τους ναζί και συμμετείχε στη δολοφονία 500.000 Ούγγρων Εβραίων.
Αντί επιλόγου
Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη αποτελεί συνολικότερη εξέλιξη, ενώ φαίνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελεί εναλλακτική για τις κυρίαρχες τάξεις, στο βαθμό που οι ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις και η αμφισβήτηση της ηγεμονίας των ΗΠΑ μπορεί να διαμορφώσουν την ανάγκη για πιο αυταρχικές λύσεις. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να είναι ακόμα πιο επιταχυνόμενη σε συνθήκες ταυτόχρονης ανόδου της αριστεράς, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας. Η αντιμετώπιση της ακροδεξιάς δεν είναι εύκολη υπόθεση, ιδιαίτερα σε συνθήκες υποχώρησης της αριστεράς, αλλά και των συλλογικών μορφών. Μόνο μία αλλαγή πορείας της αριστεράς μπορεί να οδηγήσει στον περιορισμό της. Η αριστερά πρέπει να αποκαταστήσει τη σχέση της με το παραδοσιακό της πολιτικό ακροατήριο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αριστερά έχει απομακρυνθεί από τα στρώματα με χαμηλή τυπική εκπαίδευση και κατώτερη ταξική ένταξη. Αυτό αντανακλάται, μεταξύ άλλων, στον προγραμματικό της λόγο, αφού τα κεντρικά ζητήματα που απασχολούν τα στρώματα υψηλής εκπαίδευσης διαφοροποιούνται από τα ζητήματα αιχμής για τις κατώτερες τάξεις, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο. Η πολιτική διαπάλη έχει μετατοπιστεί περισσότερο σε πολιτιστικά – κοινωνικά ζητήματα, διευρύνοντας το χάσμα και αφήνοντας περισσότερο χώρο για την ανάπτυξη της ακροδεξιάς. Σε μια σειρά από περιπτώσεις, η αριστερά γίνεται αντιληπτή ως εκπρόσωπος μίας ελίτ διανοουμένων του κέντρου των καπιταλιστικών μητροπόλεων, χωρίς σύνδεση με τα πληττόμενα στρώματα της περιφέρειας, που αισθάνονται εγκαταλελειμμένα και περιθωριοποιημένα. Απαιτείται, επομένως, προγραμματικός αναπροσανατολισμός. Δεδομένου ότι ένας παράγοντας που κλόνισε την αξιοπιστία της αριστεράς είναι η νεοφιλελεύθερη στροφή της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και τμημάτων της αριστεράς που ενεπλάκησαν στην κυβερνητική εξουσία, είναι αναγκαία η ρήξη με το παρελθόν της εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών και του συνεχούς με το σοσιαλφιλελεύθερο κέντρο. Ενώ απαιτείται εκτεταμένη παρέμβαση στη βάση, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, όπου η παρουσία της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων είναι αδύναμη. Όχι μόνο με ένα λόγο που θα απαντά στην ακροδεξιά, αλλά με την οικοδόμηση πρακτικών συλλογικής πάλης και αλληλεγγύης. Και φυσικά, αναγκαίο στοιχείο είναι η οικοδόμηση μίας πραγματικής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, που θα αποτελεί σχέδιο ελπίδας για τις λαϊκές τάξεις.
- Philippe Baqué (2024), In rural France, the far right is prospering, Contretemps
- Jens Becker (2010), The rise of right-wing populism in Hungary, SEER: Journal for Labour and Social Affairs in Eastern Europe, Vol. 13, No. 1, Political changes and the role of institutions
- Benoît Bréville & Serge Halimi (2022), Lessons for the left ‘We’d like to, but we can’t’, Le Monde Diplomatique
- Christine Buchholz (2019), Germany Redivided, New Left Review 116/117
- Ekaitz Cancela & Pedro M. Rey-Araújo (2022), Lessons of the Podemos Experiment, New Left Review 138
- Alessia Donà (2022), The rise of the Radical Right in Italy: the case of Fratelli d’Italia, Journal of Modern Italian Studies, 27:5, 775-794, DOI: 10.1080/1354571X.2022.2113216
- Sebastian Friedrich (2023), How the Alternative für Deutschland Radicalized the German Right, Jakobin
- Amory Gethin, Clara Martinez Toledano, Thomas Piketty, (2022), Brahmin Left versus Merchant right: Changing Political Cleavages in 21 western democracies, 1948 – 2020, The Quarterly Journal of Economics, Vol. 137
- Serge Halimi (2023), Condition of France, New Left Review 144
- Sandra Monteiro (2024), Portugal’s far right sounds a warning note, Le Monde Diplomatique
- Ugo Palheta ( 2024), Building a Front of Hope. Interview with Ugo Palheta, Contretemps
- Ugo Palheta (2025), Le Pen’s death, Le Penism triumphs. And now?, Contretemps
- Stefanie Prezioso (2022), The Lega, Salvini, and the Specter of Fascism: Lessons from Italy for France, Contretemps
- Mark L. Thomas (2023), Where does Meloni come from? Fratelli d’Italia and the winding trajectory of Italian neo-fascism, Contretemps
- The rise of the far right: Hungary and Poland, Case Study, December 2020
Το βίντεο της εκδήλωσης της ΕφΣυν «αναζητώντας ανάχωμα στη Μαύρη Διεθνή»