άρθρο του Άρη Τόλιου, μέλος ΠΣ ΛΑΕ-ΑΑ
«Πολεμάμε τρεις γίγαντες αγαπημένε μου Σάντσο: την αδικία, το φόβο και την άγνοια»
Μιγκέλ ντε Θερβάντες, «Δον Κιχώτης»
Μεταπολιτική και δημοκρατία
Οι εκλογές του 2027 είναι μια φράση που εννιά φορές στις δέκα μεταφέρει το νου μας στις ελληνικές βουλευτικές, αλλά δεν είναι οι μόνες. Στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στα μισά κρατίδια της Γερμανίας, σε αρκετές άλλες χώρες της ΕΕ θα γίνουν εκλογές, με ναυαρχίδα όλων τις γαλλικές προεδρικές. Κι αν στην Ελλάδα και στην Ιταλία το τοπίο δυστυχώς δεν αναμένεται να αλλάξει ριζικά, οι υπόλοιπες περιπτώσεις προοικονομούν σημαντικές αλλαγές. Αυτές όμως έχουν ήδη συμβεί και εμείς, σαν ήλιος που εξερράγη πολλά έτη φωτός μακριά, θα δούμε την υστερόχρονη λάμψη τους. Όπως η άνοδος του AfD στη Γερμανία αποτέλεσε τομή μόνο συμβολικά (οι πρώτες εκλογές σε οποιοδήποτε επίπεδο που κερδίζει ένα απροκάλυπτα ακροδεξιό κόμμα σε μια Γερμανία που επανεξοπλίζεται), αφού η κοινωνικοπολιτική μεταβολή συντελείται εδώ και πολλά χρόνια και το εκλογικό είναι μόνο ένα από τα αποτελέσματα της, έτσι και το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, θα αναδείξει τις κοινωνικές αντιθέσεις δεκαετιών και τον σημερινό συσχετισμό δύναμης στην πάλη μεταξύ τους, όπως τη διαμόρφωσε η κυβέρνηση Μακρόν. Με λίγα λόγια: το ότι τρώμε τώρα το μήλο στο κεφάλι, δεν σημαίνει πως δεν ωρίμαζε εδώ και καιρό.
Η Ευρώπη
Όποιος δεν βλέπει αυτή τη στιγμή μια Ευρώπη γερασμένη, που συνεχώς ταΐζει και ταΐζεται με ψευδαισθήσεις μεγαλείου μιας αυτοκρατορικής και αποικιοκρατικής εποχής, μια Ευρώπη χωρίς παραγωγική βάση και με πνευματική παρακμή κραυγαλέα στις ιδέες, στα γράμματα και τις τέχνες την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον, μια Ευρώπη με όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση στον ιμάντα της υπερ-εκμετάλλευσης, μια Ευρώπη με όλο και μειωμένη συνοχή έστω και κάτω από τη μεταπολεμική γαλλογερμανική συναίνεση, μια Ευρώπη που δεν μπόρεσε καν να κάνει κουμάντο στον ίδιο τον γεωγραφικό της χώρο σε σημείο που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την κρίση χρέους της μόνη της ή σύρθηκε σε ενεργειακή κρίση, προσδοκώντας «λάφυρα» στο ρωσο-ουκρανικό έδαφος – όποιος δεν βλέπει ότι στην πολυκατοικία του πλανήτη μας, η Ευρώπη είναι ο υπερήλικας που βάζει στο πικάπ στρατιωτικά εμβατήρια της απριλιανής Χούντας, έχει πολύ σοβαρό πρόβλημα αντίληψης.
Αυτή η Ευρώπη, μπροστά στο φάσμα της γεωπολιτικής της υποβάθμισης, αποφάσισε να υιοθετήσει μια στρατηγική αναπροσανατολισμού της οικονομίας της, με έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς της βιομηχανίας, που εκτιμά ότι θα έχει εξαγωγικό πλεονέκτημα: φάρμακα – αγροτικά προϊόντα (με μία λέξη: Bayer), ενέργεια (με διεύρυνση των ΑΠΕ ακόμα και με την πυρηνική), τεχνητή νοημoσύνη (δημιουργία “giga factories”, δηλαδή τεράστιων data centers) και φυσικά, ακραία χρηματοδότηση των εξοπλισμών (πάντα με τη δικαιολογία της απειλής «εξ ανατολών»). Ο τρόπος με τον οποίον η Ευρωπαϊκή Ένωση, η υπαρκτή ιστορικά πολιτική έκφραση της Ευρώπης, απαντά στη στρατηγική αποβιομηχάνισης του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα που η ίδια υιοθέτησε, είναι μια στρατηγική καταστροφική για τα φτωχότερα στρώματα, τις τοπικές κοινωνίες και το περιβάλλον: φτωχοποιεί τα ήδη ευρύτατα φτωχοποιημένα στρώματα σε όλη την ήπειρο, αναπτύσσει ενεργοβόρες και υδροβόρες στρατηγικές χωρίς κανέναν ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό εις βάρος της μικρής γεωργίας και του φυσικού περιβάλλοντος, επεμβαίνει στον χερσαίο και θαλάσσιο χάρτη για να τον μετατρέψει σε «μπαταρία» και «αντλία», προσφέρει φτηνό ηλεκτρικό ρεύμα μέσω της εξόρυξης λιγνίτη για την Τεχνητή Νοημοσύνη και πανάκριβο για τη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων και φυσικά, επιχειρεί να ιδεολογικοποιήσει το κομμάτιασμα του κοινωνικού κράτους και την ενεργειακή φτώχεια, προκειμένου να λεηλατήσουν – κυρίως – οι μεγάλοι γερμανικοί και γαλλικοί όμιλοι.
Η Ελλάδα
Αυτή τη συνταγή αποτυχίας, η οποία τείνει προς την μεγάλη καταστροφή, είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί μέχρι τέλους η σημερινή κυβέρνηση – αν και θα ήταν άστοχο να την χρεώσουμε ως «τελευταίο τροχό στην άμαξα της Ευρώπης», τη στιγμή που είναι τόσο βαθιά διαβρωμένη σε ευρύτατους τομείς της από το κράτος του Ισραήλ. Όσο κι αν δεν μπορούμε να υποτιμούμε την επίδραση που έχουν στο συναίσθημα του μέσου πολίτη λ.χ. οι τσιρίδες του Αδώνιδος Γεωργιάδη που κινούνται ανάμεσα στη μετεμφυλιακή υστερία και στον πορωμένο σιωνισμό, στην πραγματικότητα ο πολιτικός λόγος και το πολιτικό προσωπικό της κυβέρνησης δεν αποτελούν «εξαίρεση» ή «ιδιαιτερότητα» από την κατάσταση στην Ευρώπη και στη Δύση. Η πολιτική περιέχει και την αισθητική, αλλά δεν είναι το ίδιο και αυτό. Αυτό έχει τεράστια σημασία, όταν αντιμετωπίζουμε τις εναλλακτικές. Πόσο πραγματικά εναλλακτικές είναι; Τι ορίζοντα επιτυχίας μπορεί πραγματικά να έχουν; Τι αποτελέσματα επιδιώκουμε; Τι αλλαγές θέλουμε να επιτύχουμε;
Διότι όσο δυσβάσταχτη στην αισθητική, στη νοημοσύνη, στο συναίσθημα ή στο νευρικό σύστημα του ελληνικού λαού κι αν μοιάζει λοιπόν η σημερινή κυβέρνηση ως εκπρόσωπος του ξένου παράγοντα στη χώρα, των ολιγαρχών και των παρακρατικών μηχανισμών κι όσο θελκτική κι αν φαίνεται η προοπτική να τη ξεφορτωθούμε, τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας αυτή τη στιγμή και οι νέοι κίνδυνοι μπροστά μας είναι πολύ μεγαλύτερα: ο παραγωγικός μαρασμός σε μια απλή «χώρα υπηρεσιών», η ευρύτατη συρρίκνωση του λαϊκού εισοδήματος και περιουσίας, η δημοκρατική διολίσθηση, η υποβάθμιση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και φυσικά, η θέση της χώρας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Με τη σειρά τους, τα παραπάνω αυξάνουν την προοπτική μιας χώρας να γερνάει ηλικιακά, να μην έχει μακροπρόθεσμη ματιά και προσδοκίες, να βιοπορίζεται στο όριο, να αυξάνονται τα ψυχικά νοσήματα (1 στους 4 πλέον) και η χρήση ναρκωτικών ουσιών (εκρηκτικά σε κοκαΐνη και συνθετικές ουσίες), να βλέπει ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού να περιθωριοποιούνται, να στερούνται κοινωνικών αγαθών, να νιώθουν άνισοι ως πολίτες απέναντι στο νόμο, να μένουν συνειδητά απομακρυσμένοι από την ενημέρωση και την επιστήμη και να μένουν εκτός θεσμικού και προνοιακού δικτύου προστασίας – και φυσικά, η πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας να θέτει σε κίνδυνο μόνιμους κατοίκους ή ακόμα και τουρίστες στη χώρα.
Η απάντηση
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, λάθος συμπέρασμα που θα μπορούσαμε να εξάγουμε είναι ότι αυτός ο κόσμος, με ότι χωράει η λέξη αυτή σε κάθε πρόταση, δεν αλλάζει. Η κοινωνική κίνηση συντελείται καθημερινά και εκδηλώνεται σε διάφορα σημεία, άσχετα αν συχνά παραείμαστε υποκειμενικοί και αυτοαναφορικοί για να το καταλάβουμε. Η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται στη χαμηλότερη εκλογική διείσδυση που είχε ποτέ, με την ίδια την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας να τείνει προς το ιστορικά χαμηλό των εκλογών του Μαΐου 2012. Η δε συντριπτική πλειονότητα όσων δεν θα ψηφίσουν τώρα ή δεν ψήφιζαν ποτέ ΝΔ δεν καθορίζει την ψήφο της με ιδεολογικά ή πολιτισμικά φρένα, αλλά κυρίως από την απόγνωση της για το πως ζει. Είναι οι άνθρωποι που δεν ανέκαμψαν ποτέ από την κρίση, τα μνημόνια και τη φτωχοποίηση, οι άνθρωποι που το μέλλον τους παρέμεινε έκτοτε σε αναστολή, αλλά και αυτοί που θέλουν να αποτρέψουν τη ζοφερή πολύμορφη προοπτική που αναφέρθηκε παραπάνω. Αν η αντιπολίτευση ήθελε ένα «παράθυρο ευκαιρίας», εδώ και μερικά χρόνια το βλέπει μπροστά της να ανοίγει.
Αυτό δε σημαίνει ότι το παράθυρο οδηγεί σε δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. «Ευκαιρία» σημαίνει απλά ευκαιρία. Τουλάχιστον όμως μπορούμε να παραδεχτούμε πως
• χρειάζεται τόνωση της έννοιας συμμετοχής και της οργάνωσης: δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα επαναφοράς της πολιτικής στο δημόσιο λόγο και στην κοινωνική ζωή από το να γίνει η πολιτική δράση και ένταξη τρόπος ζωής.
• χρειάζεται πολιτικός – προγραμματικός λόγος: ούτε πομπώδη συνθήματα, ούτε κάποιο κοστολογημένο οικονομικό πρόγραμμα θα αυξήσουν την κοινωνική βάση μιας εναλλακτικής πολιτικής, αλλά ανάδειξη και ιεράρχηση σημείων και εξοπλισμός τους με σοβαρά, στοιχειοθετημένα επιχειρήματα
• χρειάζονται υλικές νίκες και δυναμική αντίδραση: υπάρχουν μάχες που μπορούν να κερδηθούν και μάχες που αξίζει να δοθούν ούτως ή άλλως και αυτές πρέπει να τις επιλέξουμε, χωρίς να εξαντλούμε στη μεγάλη εικόνα ψυχικά και υλικά αγωνιστές και αγωνίστριες
• χρειάζεται ανανέωση των μελών και στελεχών των οργανωμένων δυνάμεων, όχι μόνο στο δημόσιο λόγο αλλά πρωτίστως στην ανάληψη πολιτικών ευθυνών, πρωτοβουλιών και καθηκόντων, με τα καλύτερα στοιχεία και πρακτικές του παρελθόντος να λειτουργούν επικουρικά και βοηθητικά
• χρειάζεται ενότητα, η μέγιστη δυνατή συσσώρευση δυνάμεων σε κάθε πολιτική μάχη, είτε κοινωνική είτε εκλογική, προκειμένου οι νίκες που θέλουμε να επιτύχουμε να είναι και εφικτές και εμπνευστικές. Το μέτρο του διακυβεύματος είναι αυτό που θα ορίσει ποιοτικά το μέτρο των αναγκαίων υποχωρήσεων.
• χρειάζεται, τέλος, με κάθε τρόπο, αλλά κυρίως μέσα από την προσωπική επαφή και την ενίσχυση των κοινωνικών σχέσεων και ανθρώπινων δικτύων, ένας ανένδοτος πόλεμος στην εσωστρέφεια, στην ιδιώτευση και στην αντικατάσταση του αποτυπώματος καθενός και καθεμιάς από εμάς στην κοινωνική ζωή από το ψηφιακό αποτύπωμα. Το δε εξυπηρετεί μόνο την ψυχική εκτόνωση, το μεν πολλά περισσότερα.
Προσοχή: όλα τα παραπάνω, ασχέτως του πως ακούγονται ή τι θυμίζουν, δεν αποτελούν ούτε συστατικά στοιχεία ενός κόμματος της Αριστεράς ούτε το σύνολο των προκλήσεων που έχει να αντιμετωπίσει (ειδάλλως, σε αυτή την περίπτωση, πρώτη προτεραιότητα θα ήταν η ανανέωση των θεωρητικών-αναλυτικών εργαλείων της που έχει μείνει στάσιμη εδώ και δεκαετίες). Είναι, αντιθέτως, απαραίτητα συστατικά μιας πραγματικής εναλλακτικής πολιτικής, μιας πραγματικής αντιπολίτευσης ως αντίπαλος και ως υπόδειγμα μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη που αποτελεί ευκαιρία, ακόμα κι αν δεν την αντιλαμβανόμαστε, ακόμα και δεν καταλαβαίνουμε τα χαρακτηριστικά της.
Αυτή τη χρονιά, όπως και εξαρχής, η Λαϊκή Ενότητα – Ανυπότακτη Αριστερά θα είναι σε όλες τις κοινωνικές μάχες με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις της. Παράλληλα, θα προχωρήσει σε εμβάθυνση της σε ενιαίο πολιτικό φορέα. Τέλος, θα πάρει μέρος στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Όλα αυτά τα βήματα θα έχουν τα χαρακτηριστικά της αναγκαίας αντιπολίτευσης και εναλλακτικής που περιγράφηκε.
Μόνο η Αριστερά μπορεί να είναι μια τέτοια αντιπολίτευση σήμερα.
Μόνο τέτοια αντιπολίτευση πρέπει να είναι η Αριστερά σήμερα.