Αμείλικτα πολιτικά ερωτήματα – σαφείς απαντήσεις! Καμία ανοχή στους παρακρατικούς μηχανισμούς και στους αρωγούς τους.
άρθρο της Βασιλικής Αθανασοπούλου
Εδώ και καιρό, γινόμαστε μάρτυρες – και αντικείμενα – μίας πρωτοφανούς επίθεσης από μία συμμαχία προθύμων. Πολιτικών χώρων, περσόνων του διαδικτύου, σε αυθόρμητο ή σχεδιασμένο συντονισμό με ομάδες που δεν έχουν καμία σχέση με το φοιτητικό κίνημα, αντίθετα παρασιτούν σε βάρος του, έχοντας προκαλέσει πολλά πλήγματα σε αυτό και έχοντας νομιμοποιήσει την κυβερνητική πολιτική στο μέγιστο βαθμό.
Η επίθεση αυτή χαρακτηρίζεται από πρακτικές που δεν τις έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν, που κυμαίνονται από τη συκοφαντία προσώπων, έως και ολόκληρων πολιτικών χώρων, τη στοχοποίηση, τη λασπολογία. Φτάνουν μέχρι την κατασκευή ψεμάτων και την άμεση υπόδειξη στους κρατικούς μηχανισμούς. Πολλές «τοποθετήσεις» έχουν τέτοια χαρακτηριστικά που θα τα ζήλευαν ακόμα και εισαγγελείς του μετεμφυλιακού κράτους, γίνονται δημόσια και είναι ενδεικτικές μίας πρωτοφανούς ιδεολογικής και ηθικής χρεοκοπίας που χαρακτηρίζει πρόσωπα, πολιτικές δυνάμεις, πρώτα και κύρια το ΝΑΡ/ΚΑΠΕ.
Ωστόσο, πέρα από τον δρόμο χωρίς επιστροφή που έχουν πάρει αυτές οι δυνάμεις και τα πρόσωπα – γιατί τέτοια είναι η πορεία όσων ενεργητικά και συστηματικά επιδιώκουν να καταστήσουν «διαιτητές» των πολιτικών αντιθέσεων τους κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς – υπάρχει ένα ακόμα κρίσιμο σημείο που χαρακτηρίζει αυτές τις αφηγήσεις. Το γεγονός ότι επιδιώκουν να επικρατήσει μία συζήτηση που είναι εντελώς απολίτικη, περιορίζεται σε έναν μικροαστικό ηθικισμό, μία δεξιάς κοπής «καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται», ενδεικτική του οριστικού διαζυγίου τους από τον μαρξισμό. Μάλιστα, οι μικροαστικές ευαισθησίες ορισμένων είναι εντελώς επιλεκτικές. Όταν ο υπόκοσμος χτυπάει, έχοντας στείλει δεκάδες στα νοσοκομεία την τελευταία πενταετία, αυτοί κάνουν ότι δεν είδαν, ότι δεν άκουσαν, ή, στην καλύτερη περίπτωση, καταφεύγουν στη λαϊκή ρήση με τις κότες και τα πίτουρα.
Υπάρχουν, ωστόσο, πολιτικά ερωτήματα που είναι αμείλικτα.
- Τι αποτελεί για τις αριστερές δυνάμεις «κομμάτι του κινήματος»; Εντάσσονται στο «κίνημα» ομάδες λίγων ατόμων, που δεν έχουν σχέση με καμία οργανωμένη δομή στους μαζικούς χώρους, δεν λογοδοτούν σε κανένα μαζικό υποκείμενο και, αντίθετα, λειτουργούν αποδεδειγμένα σε βάρος του; Ακόμα περισσότερο, εντάσσονται στο κίνημα τέτοιες ομάδες που συστηματικά εργαλειοποίησαν και συνεχίζουν να εργαλειοποιούν το πανεπιστημιακό άσυλο για εξωπολιτικές δραστηριότητες με παραβατικό χαρακτήρα, ή για φαντασιακές «πολιτικές παρεμβάσεις» χωρίς καμία νομιμοποίηση, σε σύγκρουση με το φοιτητικό υποκείμενο; Αποτελούν κομμάτι του κινήματος πρακτικές όπως η αισχρή διαπόμπευση του πρ. πρύτανη Μπουραντώνη, που δρομολόγησαν την πανεπιστημιακή αστυνομία; Όπως οι πρόσφατες καταστροφές των αυτόματων πωλητών στο ΟΠΑ, ή οι βανδαλισμοί σε γραφεία μελών ΔΕΠ και οι τραμπουκισμοί σε βάρος διοικητικών υπαλλήλων στη ΣΘΕ, ή ο εμπρησμός του αυτοκινήτου του καθηγητή Καρώνη στο ΕΜΠ πριν λίγες εβδομάδες; Όπως ο εμπρησμός της πρυτανείας του ΕΜΠ το 2024; Όπως οι «συγκρούσεις», που κατέληξαν σε εμπρησμούς αυτοκινήτων και σπιτιών στο λόφο του Στρέφη; Έχουν καμία χρησιμότητα, ή, αντίθετα, υπονομεύουν το κοινωνικό κίνημα, πρακτικές όπως οι τυφλές συγκρούσεις στην μεγάλη πορεία των Τεμπών που έδωσαν την αφορμή στην αστυνομία να τη διαλύσει και έθεσαν σε κίνδυνο χιλιάδες ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν ποτέ ξανά βρεθεί σε διαδήλωση; Είναι «κομμάτι του κινήματος» οι επιθέσεις και οι κλοπές σε πάρτυ φοιτητικών παρατάξεων, κατ’ εξοχήν των ΕΑΑΚ, όπως αυτές που βλέπαμε στα μέσα της δεκαετίας του 2000 και κατέληξαν στην απομάκρυνση κάθε μαζικής τέτοιας δραστηριότητας από το κάτω Πολυτεχνείο και όχι μόνο; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι σαφής. Πρακτικές που δρουν υπονομευτικά απέναντι στο κοινωνικό κίνημα, υλοποιούνται από φορείς που δεν έχουν καμία οργανική σχέση με τους κοινωνικούς χώρους και δεν λογοδοτούν στις μάζες, όχι μόνο δεν αποτελούν «κομμάτι του κινήματος», αντίθετα, είναι εχθρικές απέναντι στο κίνημα και, κατ’ επέκταση, εχθρικές σε όσους έχουν αναφορά στο κοινωνικό κίνημα.
- Έχουν θέση «στο κίνημα» τέτοιες ομάδες που αποδεδειγμένα είναι οι φορείς όλων των παραπάνω πρακτικών και, επιπλέον, έχουν ως μόνιμο στοιχείο της συγκρότησής τους την επιβολή μέσω ακραίας, συμμορίτικης βίας; Τα περιστατικά είναι αμέτρητα ανά τα χρόνια. Από τις επιθέσεις σε πάρτυ και φεστιβάλ, τους ξυλοδαρμούς φοιτητών διαφόρων οργανώσεων – μεταξύ αυτών και στελεχών του ΝΑΡ/ΚΑΠΕ, που σήμερα τους έχει μετατρέψει σε προνομιακούς συμμάχους, αλλά ακόμα και τμημάτων του α/α χώρου, τον ξυλοδαρμό του Γιάνη Βαρουφάκη στα Εξάρχεια το 2023, μέχρι τις μαζικές καταδρομικές επιθέσεις όπως το 2021 στο ΕΜΠ, αλλά και τα μαχαιρώματα, τις ενέδρες κάτω από σπίτια και σε χώρους δουλειάς. Κι εδώ η απάντηση πρέπει να είναι σαφής. Συμμορίες τραμπούκων, μπράβων, ναρκομαφίες, ομάδες που ασκούν συνεχή, τρομοκρατική βία για να καταλάβουν «ζωτικό χώρο» για κάθε τύπου εξωπολιτική δραστηριότητα, όχι απλά δεν είναι κομμάτι του κινήματος, αλλά, αντίθετα, δεν πρέπει να έχουν χώρο και κάλυψη από κανέναν, με όποιο τρόπο και αν αυτές αυτοχαρακτηρίζονται. Η ταμπέλα του αναρχικού που χρησιμοποιούν, θεωρώντας ότι τους παρέχει κάποια νομιμοποίηση ή προστασία, δεν έχει καμία σημασία, ενώ, ο πρώτος χώρος που καμία τιμή δεν περιποιούν σε αυτόν τέτοιοι αυτοχαρακτηρισμοί, είναι ο α/α χώρος.
- Ποιον εξυπηρετεί η επιβολή, συχνά διά του φόβου και της βίας, των στοχεύσεων αυτών των ομαδοποιήσεων στους μαζικούς χώρους, ή στα σημαντικά κινηματικά γεγονότα; Η απάντηση εδώ είναι προφανής. Ο μόνος που εξυπηρετείται είναι η κυβέρνηση και η πολιτική της καταστολής και του αυταρχισμού. Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Ένα κορυφαίο παράδειγμα είναι η διάλυση της συγκέντρωσης των Τεμπών. Ένα, όμως, ακόμα πιο σημαντικό, στην πορεία του χρόνου, παράδειγμα, είναι η νομιμοποίηση της πολιτικής του αυταρχισμού μέσα στα πανεπιστήμια. Αν συμφωνούμε ότι το «άσυλο ανομίας» είναι ένα από τα πιο βασικά ιδεολογήματα που αξιοποίησε η κυβέρνηση της ΝΔ για να επιτεθεί στο δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά και για να μετατοπίσει τον ιδεολογικό συσχετισμό προς όφελός της, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε ότι αυτές οι ομάδες έχουν προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες. Έχουν δυσφημίσει το πανεπιστημιακό άσυλο, έχουν αποτελέσει την αφορμή για πάμπολλες αστυνομικές εισβολές και εκατοντάδες συλλήψεις, έχουν δώσει το κατάλληλο αφήγημα για την πανεπιστημιακή αστυνομία, αλλά και για την μόνιμη παρουσία ΜΑΤ και ΟΠΚΕ στα ιδρύματα, έχουν εξοπλίσει την κυβερνητική επιχειρηματολογία για τα τουρνικέ και την ελεγχόμενη είσοδο. Ταυτόχρονα, έχουν συμβάλει στην απομάκρυνση των φοιτητών και των φοιτητριών από τις συλλογικές διαδικασίες, ενώ έχουν φτάσει στο όριο της διάλυσης μαζικούς φοιτητικούς συλλόγους. Το πρώτο παράδειγμα είναι η ΑΣΟΕΕ, όπου οι φοιτητές κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις αστυνομικές επεμβάσεις μέσα στη σχολή τους, τις επιθέσεις στις φοιτητικές εκλογές και τελικά την αδυναμία εδώ και τόσα χρόνια να ανασυγκροτηθούν οι διαδικασίες αυτού του συλλόγου, ακόμα και σήμερα που το «Στέκι ΑΣΟΕΕ» έχει, στην πραγματικότητα, διαλυθεί.
- Μέσα στα πλαίσια των μαζικών χώρων και των κινηματικών διαδικασιών, έχουν όλοι το δικαίωμα να επιβάλλουν την ιδιαίτερη πρακτική τους; Ποιος αποφασίζει για τις καταλήψεις των σχολών, για τις πολιτικές ή «πολιτικές» πρακτικές μέσα στα πλαίσια ενός κινηματικού γεγονότος κ.λπ.; Για παράδειγμα, έχει δικαίωμα οποιαδήποτε ομάδα να διαλύει τις φοιτητικές εκλογές στο όνομα της «αντιεκλογικής παρέμβασης»; Έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε ομάδα να καταλαμβάνει κτίρια, χωρίς την νομιμοποίηση κανενός μαζικού φορέα, ιδιαίτερα, αλλά όχι μόνο, στα πλαίσια γεγονότων όπως είναι ο τριήμερος εορτασμός του Πολυτεχνείου; Πολύ περισσότερο, έχει το δικαίωμα να καταλαμβάνει τα κτίρια, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως ορμητήρια προβοκατόρικων ενεργειών; Και σε αυτό το ερώτημα, η απάντηση για την αριστερά είναι σαφής. Η νομιμοποίηση για οποιαδήποτε πρακτική, παρέχεται από τους μαζικούς φορείς με τις αποφάσεις τους, ή, έστω, σε έκτακτες περιστάσεις, μέσα από την πολιτική συναίνεση των οργανωμένων δυνάμεων που δρουν στα πλαίσια του μαζικού κινήματος στους κοινωνικούς χώρους.
- Να πάμε τώρα και σε ένα ερώτημα ακόμα. Τελευταία αφορμή για να τεθεί το ερώτημα αυτό ήταν μία ανακοίνωση του ΜέΡΑ25, με τίτλο «η φοιτητική κοινότητα να υπερασπίσει το δημόσιο πανεπιστήμιο». Ωστόσο, δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη ανακοίνωση. Έχει πλέον καταστεί κοινοτοπία – επειδή δεν συνοδεύεται από καμία πρακτική – η έγκληση «στους φοιτητές», στις «φοιτητικές παρατάξεις», στο «φοιτητικό κίνημα», να περιφρουρήσουν το άσυλο, να «υπερασπιστούν τις σχολές» και άλλα παρόμοια. Η έγκληση αυτή είναι, στην καλύτερη περίπτωση, εντελώς υποκριτική. Όταν το πανεπιστημιακό άσυλο γίνεται αντικείμενο διαχείρισης τέτοιου τύπου ομάδων, οι οποίες με βίαιους όρους επιβάλουν αντικινηματικές πρακτικές, ή υλοποιούν προβοκατόρικες ενέργειες, πώς θα υπερασπιστεί η φοιτητική κοινότητα το πανεπιστήμιο; Όταν απειλείται η διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, ή του εορτασμού του Πολυτεχνείου, πώς φαντάζονται οι διάφορες δυνάμεις ότι επιλύονται αυτά τα προβλήματα; Όταν συστηματικά γίνονται στόχος επιθέσεων συνδικαλιστές φοιτητές και φοιτήτριες, μέσα στις σχολές τους, στα πάρτυ τους, ακόμα και κάτω απ’ τα σπίτια τους, πώς φαντάζονται διάφοροι ότι θα υπερασπιστούν την δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης των πολιτικών υποκειμένων; Η απέναντι πλευρά απαντάει ρητά και κατηγορηματικά. Με την παρέμβαση της αστυνομίας. Η πλευρά του κινήματος, τις περισσότερες φορές δεν απαντάει τίποτα. Όμως, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η σιωπή δεν πείθει κανέναν. Ή θα πούμε ότι μια σειρά πρακτικές και οι φορείς τους δεν μπορούν να έχουν χώρο μέσα στα πανεπιστήμια, γιατί εξυπηρετούν την κυβερνητική πολιτική και, μάλιστα, επιβάλουν την κατεύθυνση αυτή διά της τρομοκρατίας, ή, η αφωνία θα ενισχύσει – όπως κάνει ήδη – την νομιμοποίηση των κατασταλτικών παρεμβάσεων. Όσο συσσωρεύονται διαρκείς προβοκάτσιες, μικροκαταστροφές, τυφλά «μπάχαλα» χωρίς καμία σχέση με τις μάζες και χωρίς πολιτική στόχευση, παραβατικές πρακτικές, διακίνηση και μικροεγκληματικότητα, καταδρομικές επιθέσεις σε φοιτητές και ατομική τρομοκρατία, το αίτημα να «καθαρίσει» η αστυνομία θα κερδίζει όλο και περισσότερο χώρο.
Για όποιον θέλει να έχει κάποια αναφορά στην αριστερά, είναι αυτονόητο ότι οι πολιτικές αντιθέσεις, οι πολιτικές γραμμές, οι κριτικές και οι αυτοκριτικές, πρέπει να σχετίζονται απαραίτητα με κάποιο πολιτικό επίδικο. Όλα τα παραπάνω είναι πολιτικά επίδικα, στα οποία δεν έχουν δοθεί απαντήσεις από όλους όσους φωνασκούν την τελευταία περίοδο. Ορισμένοι, όπως το ΜέΡΑ25 ή τμήματά του, μπορεί να έχουν – μέχρι ενός ορίου – το ελαφρυντικό της έλλειψης οποιασδήποτε σχέσης αφενός με την παρέμβαση στους μαζικούς χώρους και, αφ’ ετέρου, με τη νεολαία. Όμως, οι δυνάμεις της αριστεράς που ιστορικά είχαν πραγματική σχέση και σύνδεση με τους χώρους της νεολαίας, έχουν πολιτική ευθύνη. Με τη στάση τους, που αντανακλά εν μέρει την ενσωμάτωση του φόβου και εν μέρει ιδεολογικές παρεκκλίσεις, έδωσαν κάλυψη επί χρόνια σε ένα καρκίνωμα που παρασιτεί σε βάρος του κοινωνικού κινήματος. Την τελευταία περίοδο δε, το τροφοδοτούν και με άμεσο τρόπο.
Η αποπολιτικοποίηση, ο ηθικός πανικός, η «ψυχολογικοποίηση», η συκοφαντία και η λάσπη δεν είναι δικά μας εργαλεία. Και, όπως αποδείχθηκε, η όποια επιρροή τους περιορίζεται στις φούσκες των κοινωνικών δικτύων όπου πρόσωπα και συλλογικότητες που δεν έχουν καμία μετρήσιμη συνεισφορά στο κίνημα φαντασιώνονται ότι η υστερία και ο θόρυβος έχει κάποιο αποτέλεσμα. Στον πραγματικό κόσμο, ιδιαίτερα, αλλά όχι μόνο, στις φοιτητικές εκλογές, αποδείχθηκε ότι δεν μπορούν να πληγούν οι σχέσεις εκπροσώπησης με ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό δυναμικό. Όμως, αυτό που πρέπει να αναλογιστούμε είναι ότι αυτού του είδους οι κατευθύνσεις, σε τελευταία ανάλυση, παράγουν φθορά στο κοινωνικό κίνημα. Όποιος λοιπόν έχει έστω και ελάχιστο ενδιαφέρον για αυτό, θα πρέπει να αναπροσαρμόσει την πρακτική του.