ΤΟΝ ΦΛΕΒΑΡΗ ΕΙΔΑΜΕ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥΣ. ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥΣ ΒΑΖΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ ΤΟΥΣ
Το επαίσχυντο βίντεο του κυβερνητικού εκπροσώπου Μαρινάκη και η ευρωπαϊκή επέτειος πλαστογράφησης της ιστορίας
Τον Φλεβάρη η χώρα είδε επιτέλους τα πρόσωπά τους: τους 200 της Καισαριανής να βαδίζουν προς το εκτελεστικό απόσπασμα όρθιοι, με το κεφάλι ψηλά. Ήταν Έλληνες κομμουνιστές, πατριώτες, φυλακισμένοι από το ελληνικό κράτος ήδη επί δικτατορίας Μεταξά και παραδομένοι από το ίδιο κράτος στους ναζί, ενώ στην ίδια διαταγή αντιποίνων οι Χιτλερικοί κατέγραφαν με ικανοποίηση ότι «Έλληνες εθελονταί» είχαν σκοτώσει, με δική τους πρωτοβουλία, άλλους εκατό.
Έξι μήνες μετά, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μάς κάνει μάθημα αντιφασισμού, δηλώνοντας ότι απέναντι στον ολοκληρωτισμό δεν χωρούν «αστερίσκοι, επιλεκτικές ευαισθησίες και βολικές σιωπές». Και το δηλώνει γιορτάζοντας μια επέτειο που κατασκευάστηκε για έναν ακριβώς λόγο: για να μπουν στην ίδια γραμμή οι ναζί και φασίστες δολοφόνοι με εκείνους που τους τσάκισαν. Είκοσι εφτά εκατομμύρια σοβιετικοί πολίτες θυσιάστηκαν για να συντριβεί το κτήνος του ναζισμού, και ήταν ο Κόκκινος Στρατός που άνοιξε τις πύλες του Άουσβιτς.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για τις βολικές σιωπές, με τα πρακτικά της Βουλής στο χέρι. Πριν από σαράντα τέσσερα χρόνια το 1982, και πάλι στις 23 Αυγούστου, όταν το ελληνικό κοινοβούλιο αναγνώριζε επιτέλους την Αντίσταση και καταργούσε τους νόμους της χούντας που είχαν αναγνωρίσει τους ταγματασφαλίτες ως αντιστασιακούς, οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας αποχώρησαν από την αίθουσα καθ’ υπόδειξη Αβέρωφ. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το ίδιο κόμμα καταψήφιζε ακόμη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος που εξίσωνε κομμουνισμό και ναζισμό — δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να μιλήσουν ανοιχτά. Και το 2022, όταν μαχητής του νεοναζιστικού τάγματος Αζόφ πήρε τον λόγο μέσα στην ελληνική Βουλή, κανείς δεν διέκοψε και κανείς δεν αποχώρησε από τα έδρανά τους, τη στιγμή που έξω όσοι διαδηλώναμε ενάντια στη στήριξη του νεοφασιστικού καθεστώτος της Ουκρανίας δεχόμασταν τις επιθέσεις της αστυνομίας. Αυτές είναι οι βολικές σιωπές, κύριε Μαρινάκη, και δεν είναι παραλείψεις· είναι γραμμή.
Γιατί ο αντικομμουνισμός ποτέ δεν υπήρξε απλά ζήτημα μνήμης, αλλά μέθοδος. Η εξίσωση δεν στοχεύει μόνο στο παρελθόν, αλλά στοχεύει κιόλας σε αυτό που επιτρέπεται να σκέφτεται ο λαός για το μέλλον του: αν ο κομμουνισμός είναι ισοδύναμος με τον ναζισμό, τότε κάθε ιδέα οργανωμένης διεκδίκησης της ανθρώπινης χειραφέτησης βγαίνει εκτός των ορίων του επιτρεπτού και στον κόσμο της δουλειάς απομένει μόνο η επιλογή ανάμεσα σε διαχειριστές του ίδιου συστήματος. Η αγανάκτηση επιτρέπεται· η προοπτική απαγορεύεται.
Είναι διεθνής επιχείρηση ιστορικής πλαστογράφησης και όχι απλά ελληνική ιδιαιτερότητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, με εντολή Τραμπ η εναντίωση στον καπιταλισμό και τον φασισμό καταγράφονται πλέον σε κείμενα εθνικής ασφάλειας ως δείκτες πολιτικής βίας, ενώ στα έγγραφα των υπηρεσιών πληροφοριών εμφανίζονται ως «απειλή» οι κάτοικοι που αντιστέκονται στην εγκατάσταση ενός data center. Για αυτό κιόλας στραγγαλίζουν την Κούβα, το Νησί της Επανάστασης, ώστε να πνίξουν τον σοσιαλισμό που επιμένει να αψηφά τον ιμπεριαλισμό, 90 μόλις μίλια από την καρδιά του κτήνους.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση που γιορτάζει σήμερα την πλαστογραφία, συνεχίζει να στηρίζει το νεοφασιστικό διεφθαρμένο καθεστώς του Κιέβου, να στηρίζει τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης και της, πάντα αναξιόπιστης, Γερμανίας, και παραδίδει γη, νερό και ρεύμα στους ίδιους ακριβώς τεχνολογικούς γίγαντες, από τα Σπάτα ως τη Δυτική Μακεδονία.
Πρώτα ποινικοποιείται η ιδέα της αντίστασης με λογισμό και με όνειρο, και ύστερα διευκολύνεται η λεηλασία.
Οι 200 της Καισαριανής ήξεραν πού βάδιζαν. Ήταν κομμουνιστές και ήταν πατριώτες, και δεν υπάρχει επέτειος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρκετά μεγάλη για να τους χωρέσει δίπλα στους δολοφόνους τους. Η ιστορία δεν ξαναγράφεται. Το μέλλον δεν μπορεί να απαγορευτεί.