Χρήσιμοι ηλίθιοι, προβοκάτσιες και στρατηγική της έντασης
άρθρο του Βαγγέλη Καλιντεράκη, μέλος ΠΓ ΛΑΕ-ΑΑ
Μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας μπορεί κανείς να διακρίνει δύο σταθερές ως προς την κυβερνητική πολιτική. Η μία είναι η σκληρή, επιθετική πολιτική που εφαρμόζει σε πολλαπλά επίπεδα (ακρίβεια, παραγωγικό μοντέλο-εργασιακές συνθήκες, διαφθορά-σκάνδαλα, περιβαλλοντική-οικολογική καταστροφή), η άλλη είναι η συνεχής επιστράτευση της καταστολής.
Οι κατασταλτικές παρεμβάσεις σχετίζονται συχνά με την ενεργοποίηση της στρατηγικής της έντασης. Η συνταγή είναι πάγια: αξιοποίηση προβοκατόρικων, απολίτικων ενεργειών μέσα από την προβολή και εμφάνισή τους ως μια γενικευμένη κοινωνική απειλή, μετατόπιση της δημόσιας ατζέντας προς την «τάξη και ασφάλεια» και δημιουργία πολιτικής νομιμοποίησης για την ενίσχυση, διεύρυνση και μονιμοποίηση των κατασταλτικών πρακτικών επιτήρησης και ποινικοποίησης ευρύτερα του κινήματος.
Στην δεδομένη συγκυρία που βρισκόμαστε, η στρατηγική αυτή έχει περισσότερο κρίσιμη σημασία. Στην αρχή της διακυβέρνησης της ΝΔ όριζε μια προσπάθεια αλλαγής ενός συσχετισμού σε ολόκληρη την κοινωνία, που μόνο η φυσική βία και η ποινικοποίηση του αγώνα μπορούσε να υπηρετήσει. Την προσπάθεια να αφήσουμε πίσω τα κεκτημένα της μεταπολίτευσης. Σήμερα αποτελεί την ύστατη σανίδα σωτηρίας για τον Μητσοτάκη και το καθεστώς του.
Αποτελεί άνοιγμα στην ακροδεξιά μέσα από την αφήγηση και προβολή μιας κυβέρνησης με πυγμή έτοιμη να «καθαρίσει» και να επιβάλλει την τάξη. Και ταυτόχρονα, μετατοπίζει τη δημόσια ατζέντα από την ακρίβεια, τα σκάνδαλα και την χρεοκοπία της πολιτικής της ΝΔ στην ασφάλεια. Αυτά προφανώς και με την αντίστοιχη εκλογική τους μετάφραση στο βαθμό που βρισκόμαστε σε de facto προεκλογική περίοδο.
Το μοτίβο είναι πλέον εμφανές. Στην αρχή το είδαμε να έχει ως επίκεντρο την νεολαία: τους μαθητές, τους φοιτητές και τα πανεπιστήμια. Σήμερα επιχειρείται και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο.
Ένα γνώριμο μοτίβο: θεαματικότητα της σύγκρουσης- ανωνυμία των δρώντων- εμφάνιση ανομίας- καταστολή ως απάντηση
Το μοτίβο αυτό έχει ιστορία. Οι τυφλές, άνευ πολιτικού στόχου και περιεχομένου «εξεγερσιακές» πρακτικές κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, στο Κάτω Πολυτεχνείο και στα Εξάρχεια, συγκρότησαν έναν κύκλο που είχε ευρύτερες πολιτικές συνέπειες από τις προθέσεις εκείνων που τον τροφοδοτούσαν, ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη της ΝΔ στην κυβέρνηση και την αλλαγή του συσχετισμού. Η πρακτική αυτή συνέβαλε στην εμπέδωση στη συνείδηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων μιας εικόνας των συγκεκριμένων χώρων ως κατεξοχήν πεδίων «ανομίας» και ανεξέλεγκτης βίας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν ευνοϊκότερες πολιτικές συνθήκες για την κατασταλτική εκστρατεία που ακολούθησε η ΝΔ στα ίδια τα Εξάρχεια και για την περικύκλωση του Κάτω Πολυτεχνείου από αστυνομικές δυνάμεις, συμβάλλοντας τελικά στην αποστείρωση ενός ιστορικού χώρου της ριζοσπαστικής νεολαίας.
Το αποτέλεσμα, όμως, δεν ήταν «η πολιτική αποσταθεροποίηση της κρατικής εξουσίας» όπως κάποιοι θα διατείνονταν, αλλά η σταδιακή εξοικείωση ενός τμήματος της κοινωνίας με την ιδέα ότι η αστυνομική καταστολή αποτελεί περίπου φυσιολογικό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου χώρου.
Η ίδια λογική εμφανίστηκε συνολικότερα στα πανεπιστήμια. Η επίθεση στον πρύτανη της ΑΣΟΕΕ το 2020 και η δημόσια διαπόμπευσή του εντάχθηκε άμεσα, από τα μέσα ενημέρωσης και την κυβέρνηση, σε ένα αφήγημα που επιχειρούνταν να τεκμηριωθεί, περί «ανομίας στα πανεπιστήμια» και συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης για την εγκατάσταση της πανεπιστημιακής αστυνομίας και την επέκταση των μηχανισμών ασφάλειας στα ΑΕΙ. Παρότι η κυβερνητική αφήγηση για την εγκληματικότητα μέσα στα πανεπιστήμια δεν έχει καμία υλική βάση, οι ενέργειες αυτές αξιοποιήθηκαν, λειτουργώντας εντελώς προβοκατόρικα, και διευκόλυναν πολύ την πολιτική της ΝΔ. Η πανεπιστημιακή αστυνομία αναχαιτίστηκε με τους μαζικούς αγώνες της φοιτητικής νεολαίας και με την πλήρη απονομιμοποίησή της στο σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ωστόσο, η κατάργηση του ασύλου, η «κανονικοποίηση» της διαρκούς αστυνομικής παρουσίας μέσα στα ιδρύματα, αλλά και το γεγονός ότι τα σχέδια ασφαλείας ήρθαν για να μείνουν, αποτέλεσαν στοιχεία αρνητικής μετατόπισης του συσχετισμού που προανήγγειλαν μία ευρύτερη αυταρχική στροφή στα ιδρύματα.
Η ίδια σχέση μπορεί να εξεταστεί και στην περίπτωση του ΕΜΠ. Ο εμπρησμός της Πρυτανείας το 2024 αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα σοβαρό περιστατικό, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα για την περαιτέρω σκλήρυνση των μέτρων ασφαλείας στο εσωτερικό του ιδρύματος, την εγκατάσταση καμερών και την ενίσχυση των μηχανισμών επιτήρησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αντιδραστική διοίκηση του ιδρύματος αξιοποίησε τον εμπρησμό, αλλά και άλλα περιστατικά, αντίστοιχης υφής, για να προωθήσει αλλαγή του Κανονισμού εορτασμού του Τριημένου, ήδη από το καλοκαίρι του 2025.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της επίθεσης σε εκδήλωση στη Νομική, την άνοιξη του 2025. Αυτό το περιστατικό απολίτικης βίας αποτέλεσε εκ νέου αφετηρία για την πολιτική συζήτηση γύρω από την ασφάλεια των πανεπιστημίων και συνδέθηκε με την άμεση προώθηση ενός ασφυκτικού, πρωτοφανούς πειθαρχικού πλαισίου για τους φοιτητές, που ήδη αξιοποιείται για να επιφέρει συνδικαλιστικές διώξεις. Έτσι, για ακόμη μία φορά, μια πράξη μιας μικρής, πλήρως απονομιμοποιημένης ομάδας μεταφράστηκε πολιτικά σε ανάγκη για νέα εργαλεία ελέγχου που αφορούν ένα πολύ ευρύτερο σώμα.
Ταυτόχρονα, οι ομάδες αυτές αναλαμβάνουν κατασταλτικό ρόλο απέναντι στις δυνάμεις της αριστεράς. Αλλά δεν περιορίζονται στην αριστερά. Η επιβολή των ενεργειών τους γίνεται πολλές φορές διά της φυσικής βίας ή της απειλής της άσκησής της, ενώ η ανωνυμία, η απολίτικη φυσιογνωμία και η έλλειψη λογοδοσίας σε οποιοδήποτε μαζικό υποκείμενο διευκολύνει την υιοθέτηση πρακτικών που αντιστοιχούν μόνο σε ομάδες χουλιγκάνων, ποινικών, ή παρακρατικών μηχανισμών. Το πρόσφατο παράδειγμα της ενέδρας και απόπειρας να μαχαιρωθεί φοιτήτρια έξω από τη σχολή της, προκαλεί σοκ, αλλά δεν είναι το μόνο. Ο κοινός παρονομαστής είναι η άσκηση βίας και τρομοκρατίας απέναντι σε αγωνιστές και πολιτικές δυνάμεις, η προσπάθεια αποτροπής της πολιτικής πρακτικής και παρέμβασής τους, που καταλήγει να τροφοδοτεί άμεσα το κυβερνητικό αφήγημα, αλλά και να υπονομεύει την δυνατότητα οργάνωσης κινητοποιήσεων, ιδιαίτερα στους πιο νευραλγικούς χώρους, όπως είναι η φοιτητική νεολαία.
Η λίστα είναι δυστυχώς μεγάλη…
Το κρίσιμο δεν είναι να ισχυριστούμε ότι κάθε τέτοιο περιστατικό οργανώνεται από την κυβέρνηση, ή ότι οι συμμετέχοντες λειτουργούν συνειδητά προς όφελός της. Αδιαμφισβήτητα, τέτοια περιστατικά υπάρχουν. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα των καταλήψεων στην πρυτανεία του ΑΠΘ το 2021, όπου ασφαλίτης συμμετείχε στις ανοιχτές συνελεύσεις και στη συνέχεια υποδείκνυε ποιοι θα συλλαμβάνονταν κατά την διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης εκκένωσης. Όμως, αυτή η άμεση σύνδεση δεν είναι ο κανόνας, αλλά ούτε και είναι αναγκαία για την κυβερνητική στρατηγική και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Το κρίσιμο είναι να αναγνωρίσουμε τον πολιτικό μηχανισμό, ανεξάρτητα από τις προθέσεις: μια «θεαματική» πράξη βίας, χωρίς σύνδεση με το κοινωνικό κίνημα και χωρίς καμία νομιμοποίηση τροφοδοτεί ένα αφήγημα περί «ανομίας»· το αφήγημα αυτό νομιμοποιεί την απαίτηση για περισσότερη καταστολή· και η καταστολή, από έκτακτη απάντηση, μετατρέπεται σταδιακά σε μόνιμο θεσμικό χαρακτηριστικό, σε ευθυγράμμιση με την ήδη υπαρκτή στρατηγική της κυβέρνησης για αυταρχική θωράκιση και καταστολή του κοινωνικού κινήματος.
Πέρα από το αποτέλεσμα των ενεργειών τους, πρέπει να εξετάσουμε και τη συνέχεια των πρακτικών και των οργανωτικών δικτύων που τις αναπαράγουν.
Είναι γνωστό και αναμφισβήτητο ότι τα δίκτυα που διαχρονικά μετέχουν σε πρακτικές θεαματικής «βίας» μέσα στα ΑΕΙ, εφάπτονται και με την υπόθεση των «ληστών της Τιθορέας», αλλά και με το τραγικό γεγονός του θανάτου της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη. Πίσω από τον μανδύα της «κινηματικής» ή «αναρχικής» δράσης αναπτύσσεται ένα ευρύτερο πλέγμα πρακτικών, στο οποίο η «θεαματική βία» συνυπάρχει με την εγκληματική δραστηριότητα. Εξάλλου, αυτή η δραστηριότητα δεν έχει, σε πολλές περιπτώσεις ούτε κατ’ επίφαση πολιτική αναφορά, αλλά, αντίθετα, αφορά πρακτικές όπως η διακίνηση ναρκωτικών, η προστασία και η κατοχύρωση «χώρου» για την προώθησή τους.
Επιπλέον, αναδεικνύει μια βαθύτερη πολιτική αδιαφορία: την αδιαφορία ομάδων για τις απρόβλεπτες συνέπειες των πρακτικών τους, τις επιπτώσεις τους στο κοινωνικό κίνημα και στον συσχετισμό δύναμης, αλλά ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τους υποτιθέμενους «στόχους» τους.
Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξεταστεί και η απόπειρα κατάληψης του Μηχανουργείου στον τριήμερο εορτασμό του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 2025. Δεν πρόκειται για μια κινηματική ομάδα που δρα στο πλαίσιο μιας συλλογικής διαδικασίας και μιας ευρύτερης πολιτικής στόχευσης. Πρόκειται για άτομα και μικρές ομάδες που επανειλημμένα υιοθετούν προβοκατόρικες πρακτικές, επιχειρώντας να επιβάλλουν τη δική τους δράση σε έναν χώρο που ανήκει σε ολόκληρη την πανεπιστημιακή και κινηματική κοινότητα. Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να κριθεί μέσα στη συνέχεια των πρακτικών που έχουν προηγηθεί και των πολιτικών αποτελεσμάτων που αυτές παράγουν.
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή την εκτίμηση. Μετά τον τριήμερο εορτασμό του Πολυτεχνείου, νέα σκηνικά τυφλής έντασης εμφανίστηκαν στο ΑΠΘ και η αστυνομική επέμβαση που ακολούθησε, τον Φλεβάρη του 2026, οδήγησε σε περισσότερες από 300 προσαγωγές και δρακόντεια αυταρχικά μέτρα στο ίδρυμα. Είναι προφανές ότι, η ανάπτυξη τέτοιων πρακτικών σε μεγαλύτερη κλίμακα, μέσα στον ιστορικό χώρο του Πολυτεχνείου, θα είχε πολύ πιο εκτεταμένα και σοβαρά αποτελέσματα.
Η κριτική αυτών των πρακτικών και η πολιτική τους οριοθέτηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υπεράσπιση ενός πραγματικού, μαζικού και κοινωνικά γειωμένου κινήματος. Το Πολυτεχνείο δεν είναι σκηνικό για την αναπαραγωγή μιας τελετουργίας σύγκρουσης μικρών ομάδων με την αστυνομία, ούτε χώρος στον οποίο μια μειοψηφία μπορεί να αποφασίζει αυθαίρετα στο όνομα ολόκληρου του κινήματος. Η υπεράσπιση της ιστορικής κληρονομιάς του Πολυτεχνείου βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα αυτής της λογικής: στη μαζική συμμετοχή, στη συλλογική οργάνωση και στη σύνδεση της νεολαιίστικης δράσης με την κοινωνία.
Ο χαρακτήρας αυτών των ομάδων και ο ευρύτερος «χώρος»
Χαρακτηριστικό της πολιτικής κοσμοαντίληψης και κουλτούρας που αναπτύσσεται σε αυτές τις περιθωριακές ομάδες, αλλά και ευρύτερα σε τμήματα του χώρου στον οποίο αναφέρονται, είναι και ο χαρακτήρας του δημόσιου λόγου τους. Ενδεικτική είναι αφίσα που κυκλοφόρησε με το σύνθημα: «αν είναι “αθώοι” έχουν όλη μας την αλληλεγγύη, αν είναι “ένοχοι” έχουν ακόμη περισσότερη», με υπογραφή ένα αλφάδι.
Απέναντι σε μια τέτοια προκλητική τοποθέτηση, δεν έχει υπάρξει ένας ευρύτερος και σαφής πολιτικός διαχωρισμός. Η σιωπή δεν σημαίνει απαραίτητα συμφωνία, καθώς στον αναρχικό χώρο υπάρχουν οργανώσεις, συλλογικότητες και ρεύματα με διαφορετική φυσιογνωμία, σαφή δομή, δημόσια δράση και διαφορετική αντίληψη για την πολιτική και την κοινωνική δράση. Χαρακτηριστικό είναι ότι, ακόμη και στην υπόθεση της Θεσσαλονίκης που συνδέθηκε με τον θάνατο της Βάγιας Νέστορα, υπήρξαν συλλογικότητες του χώρου που πήραν δημόσια θέση διαχωρισμού. (βλέπε ανακοίνωση Κατάληψη Rosa Nera: Παρίσι, Μπολόνια και Μαδρίτη. Οι βόμβες είναι η χαρά του κάθε ασφαλίτη https://www.facebook.com/story.php?story_fbid=1343150591340128&id=100069355989018&rdid=4aI96BhzYdnFdXbm&share_url=https%3A%2F%2Fwww.facebook.com%2Fshare%2Fp%2F1BDQzn2r1t%2F#.
Όμως, όταν συλλογικότητες που διαφωνούν με τέτοιες πρακτικές δεν αισθάνονται την ανάγκη ή τη δυνατότητα να διαχωριστούν καθαρά, τότε επιτρέπουν στην προβοκατόρικη δράση μιας μειοψηφίας να εμφανίζεται ως κάτι περίπου αυτονόητο ή «φυσιολογικό» στο εσωτερικό ενός πολύ ευρύτερου χώρου.
Η ερμηνεία αυτής της στάσης ξεκινά από τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του χώρου αυτού και από την ώσμωση σε επίπεδο κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών με τις ομάδες μηδενιστικής βίας. Επιτείνεται από τη δυσκολία να ασκηθεί ανοιχτή κριτική σε περιθωριακές ομάδες, την ανοχή απέναντι σε πρακτικές εκφοβισμού και την άτυπη «ηγεμονία» που μπορεί να ασκείται μέσω του φόβου, των στοχοποιήσεων και της δυνατότητας επιβολής. Δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζονται τέτοια φαινόμενα. Αντίστοιχη ήταν η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και μετά τον εμπρησμό της Marfin το 2010, που, πέρα από τον τραγικό απολογισμό σε ανθρώπινες ζωές, είχε και αποτελέσματα ταφόπλακας για την πρώτη φάση του τεράστιου αντιμνημονιακού κινήματος. Εδώ, είναι αδιάφορο αν ο εμπρησμός ήταν σχεδιασμένη κρατική προβοκάτσια ή λειτούργησε αντικειμενικά ως τέτοια. Το ζήτημα είναι ότι η παραπάνω όσμωση με τις ομάδες μηδενιστικής βίας και η ανοχή απέναντι σε αυτές, έδωσε τη δυνατότητα στο κράτος να αξιοποιήσει τον εμπρησμό για να επιβάλλει σιωπητήριο στο κύμα λαϊκής οργής.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτών των ομάδων είναι ότι στο επίκεντρο δεν βρίσκεται η συγκρότηση ενός μαζικού κινήματος ή μιας οργανωμένης πολιτικής συλλογικότητας, αλλά η δράση του «εξεγερμένου» ατόμου. Η σύγκρουση και η θεαματική ενέργεια αποκτούν έτσι μεγαλύτερη σημασία από το αν μια πράξη συμβάλλει πραγματικά στη συγκρότηση συλλογικής κοινωνικής και πολιτικής δύναμης. Η αντίληψη ότι η σταθερή οργάνωση και η πολιτική λογοδοσία αποτελούν από μόνες τους μορφές εξουσίας, οδηγεί σε άμορφες και κλειστές ομάδες, χωρίς σαφή δημόσια εκπροσώπηση και χωρίς ουσιαστική λογοδοσία. Η κουκούλα και η ανωνυμία ενισχύουν αυτή την κατάσταση. Όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο ή συλλογικό όργανο που να αναλαμβάνει δημόσια την ευθύνη μιας θέσης ή πρακτικής, η δράση της μικρής ομάδας μπορεί εύκολα να εμφανίζεται ως δράση ενός ολόκληρου χώρου.
Σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μέσα από συλλογικές διαδικασίες και ανοιχτή πολιτική συζήτηση, η ισχύς μπορεί να μετατοπίζεται από την διαπάλη στο εσωτερικό δομημένων διαδικασιών στη δυνατότητα επιβολής. Η «ηγεμονία» αυτή μπορεί να οικοδομείται μέσα από τη βία και τον τραμπουκισμό απέναντι σε άλλες ομάδες και συλλογικότητες, μέσα από στοχοποιήσεις, απειλές, δημόσιους διασυρμούς και μια κουλτούρα «ψευτομαγκιάς», όπου η δυνατότητα να εκφοβίζεις ή να επιτίθεσαι μετατρέπεται σε κριτήριο πολιτικού κύρους. Στην πιο ακραία της μορφή, αυτή η λογική μπορεί να πάρει τη μορφή ατομικής τρομοκρατίας: η πίεση δεν ασκείται πλέον μόνο απέναντι στο κράτος, αλλά και απέναντι σε ανθρώπους και συλλογικότητες που βρίσκονται μέσα ή κοντά στον ίδιο πολιτικό χώρο. Έτσι δημιουργείται ένας μηχανισμός αυτολογοκρισίας και πολιτικής υποταγής. Χαρακτηριστική αυτής της λογικής είναι πρόσφατη ανυπόγραφη «προκήρυξη» στο Ρέθυμνο, που καταλήγει με απειλές για «φωτιά στο σπίτι» αγωνιστών. Πέραν των παραπάνω, τέτοιες απειλές ή, ακόμα περισσότερο, η υλοποίηση τους, συνιστούν ευθεία πρόσκληση στις δυνάμεις καταστολής για παρέμβαση στο εσωτερικό του κινήματος, αξιοποιώντας το ποινικό οπλοστάσιο. Εξάλλου, αυτό συνέβη και με τον περιβόητο «εμφύλιο της αναρχίας» στη Θεσσαλονίκη, που κατέληξε σε αθρόες συλλήψεις το 2012.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο γιατί αυτές οι ομάδες μπορούν να χρησιμοποιούν τον αναρχικό χώρο ως πολιτικό περίβλημα, αλλά και γιατί ο ίδιος ο χώρος μπορεί να ανέχεται ή να νομιμοποιεί πρακτικές που αναπαράγουν στο εσωτερικό του τις ίδιες σχέσεις επιβολής και φόβου που υποτίθεται ότι αντιμάχεται.
Η στάση των οργανώσεων της Αριστεράς και των μαζικών φορέων του κινήματος
Ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα αφορά τη στάση των δυνάμεων της Αριστεράς απέναντι σε αυτές τις πρακτικές. Η πολιτική καταδίκη της κρατικής καταστολής δεν μπορεί να σημαίνει πολιτική ανοχή απέναντι σε κάθε πρακτική που εμφανίζεται ως «αντικρατική» ή «εξεγερσιακή». Αντιθέτως, μια Αριστερά που θέλει να οικοδομήσει μαζικό κίνημα οφείλει να διαχωρίζεται καθαρά από πρακτικές που στρέφονται εναντίον του ίδιου του κινήματος, της κοινωνικής του γείωσης και της δυνατότητάς του να οργανώνεται και να παρεμβαίνει συλλογικά.
Ωστόσο, τμήματα της Αριστεράς αδυνατούν ή αρνούνται να διαχωριστούν καθαρά από αυτές τις πρακτικές, ή ακόμα και τους προσδίδουν νομιμοποίηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την στάση του ΝΑΡ/ ΚΑΠΕ αλλά και άλλων δυνάμεων.
Πρώτον, υπάρχει ο φόβος της πολιτικής σύγκρουσης με αυτές τις περιθωριακές και μειοψηφικές ομάδες. Η ανοιχτή καταδίκη των πρακτικών τους μπορεί να προκαλέσει στοχοποίηση, επιθέσεις ή κατηγορίες περί «συστημικής Αριστεράς», «καταστολής» ή «προδοσίας της εξέγερσης». Δεν πρόκειται για έναν εντελώς θεωρητικό κίνδυνο: τέτοιες πρακτικές στοχοποίησης πολιτικών δυνάμεων και συλλογικοτήτων έχουν υπάρξει και στο παρελθόν. Έτσι, ο φόβος της σύγκρουσης μπορεί να οδηγεί σε μια πολιτική σιωπής, ανοχής ή συμψηφισμού, η οποία έχει μακροπρόθεσμα ιδεολογικά και πολιτικά αποτελέσματα. (https://nka.gr/kataggelia-gia-aprokliti-epithesi-se-agonistes-tis-eaak-stin-asoee/
Δεύτερον, σε ένα τμήμα της Αριστεράς υπάρχει και μια πραγματική πολιτικοϊδεολογική μετατόπιση, η οποία την έχει φέρει εγγύτερα σε αντιλήψεις αυτού του χώρου. Η δυσπιστία απέναντι στην οργανωμένη μαζική πολιτική δράση και η υποτίμηση της ανάγκης συγκρότησης σταθερών κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων δημιουργούν ένα έδαφος πάνω στο οποίο γίνεται όλο και δυσκολότερο να χαραχθεί καθαρή διαχωριστική γραμμή. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα οργανώσεων όπως το ΝΑΡ/ ΚΑΠΕ όπου διαχρονικά έχει τροφοδοτήσει αυτό τον χώρο και οργανωτικά, μέσα από μία πορεία διασπάσεων και οργανωτικής αιμορραγίας.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η Αριστερά και οι δυνάμεις του κινήματος αποφεύγουν να θέσουν το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: αυτή η συγκεκριμένη πράξη αποδυναμώνει το κίνημα;
Οι συνέπειες μιας τέτοιας στάσης είναι συγκεκριμένες.
Πρώτον, παρέχεται πολιτική, ιδεολογική και ηθική κάλυψη στις συγκεκριμένες ομάδες. Όταν οι οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς αποφεύγουν να κατονομάσουν και να καταδικάσουν πρακτικές που αντικειμενικά στρέφονται εναντίον του κινήματος, αφήνουν να δημιουργείται η εντύπωση ότι αυτές αποτελούν απλώς μια πιο «ριζοσπαστική» εκδοχή της ίδιας πολιτικής. Έτσι θολώνει η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη μαζική αγωνιστική δράση και στη μειοψηφική θεαματική βία.
Δεύτερον, δεν αντιμετωπίζεται η απονομιμοποίηση και η αποδιοργάνωση του κινήματος. Αντί η Αριστερά να υπερασπιστεί τους χώρους, τις συλλογικές διαδικασίες και τη δυνατότητα των μαζικών φορέων να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη δράση τους, αφήνει χώρο σε μικρές ομάδες να υποκαθιστούν το συλλογικό υποκείμενο. Το αποτέλεσμα είναι η αποδυνάμωση της κοινωνικής γείωσης του κινήματος.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδέεται με την όξυνση της καταστολής και την επιβολή αυταρχικών θεσμικών τομών. Οι πρακτικές αυτές δεν δημιουργούν από μόνες τους την κρατική πολιτική, αλλά μπορούν να προσφέρουν το πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο αυτή νομιμοποιείται. Όσο η Αριστερά δεν διαχωρίζεται, τόσο δυσκολεύεται να αποκαλύψει τον πραγματικό της στόχο και να οργανώσει αποτελεσματική αντίσταση απέναντί του.
Η αντιμετώπιση της στρατηγικής της έντασης και η περιφρούρηση του κινήματος
Η αντιμετώπιση της στρατηγικής της έντασης δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταγγελία της κρατικής καταστολής εκ των υστέρων. Απαιτεί από το ίδιο το κίνημα να αναγνωρίζει έγκαιρα τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η αντικινηματική δράση μπορεί να αξιοποιηθεί για τη νομιμοποίηση της καταστολής και την αναδιάρθρωση των μηχανισμών ελέγχου.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι η πολιτική αυτοτέλεια του μαζικού κινήματος. Το φοιτητικό, εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα δεν μπορεί να επιτρέπει σε μικρές ομάδες να υποκαθιστούν τις συλλογικές του αποφάσεις ή να επιβάλλουν μορφές δράσης. Η μαζικότητα δεν είναι απλώς αριθμητικό μέγεθος, είναι η δυνατότητα των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων να αποφασίζουν για τους αγώνες τους.
Η αντίθεση στην αστυνομική καταστολή δεν σημαίνει ανοχή απέναντι σε επιθέσεις, καταστροφές ή ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις, συλλογικές διαδικασίες και χώρους του κινήματος. Η περιφρούρηση, επομένως, πρέπει να νοείται πρωτίστως ως πολιτική και συλλογική λειτουργία. Στόχος της είναι να διασφαλίζει ότι οι συλλογικές αποφάσεις εφαρμόζονται και ότι οι χώροι του κινήματος παραμένουν ανοιχτοί στην κοινωνία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η δημόσια και έγκαιρη πολιτική καταδίκη των προβοκατόρικων ή αντικινηματικών πρακτικών. Η σιωπή αφήνει ένα κενό το οποίο καλύπτεται είτε από τις ίδιες τις ομάδες είτε από την κρατική και μιντιακή αφήγηση. Το κίνημα πρέπει να μπορεί να μιλάει καθαρά.
Όσο το κίνημα στηρίζεται στη μαζική συμμετοχή, στην οργάνωση στους χώρους δουλειάς και σπουδών, στις συλλογικές διεκδικήσεις και στη σύνδεσή του με τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, τόσο δυσκολότερο είναι να απομονωθεί και να ταυτιστεί με τις πρακτικές μιας μικρής μειοψηφίας. Ένα μαζικό και οργανωμένο κίνημα δεν αφήνει την πολιτική αντιπαράθεση να περιοριστεί σε σκηνικά σύγκρουσης και «τάξης και ασφάλειας», αλλά επιβάλλει τα πραγματικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα στο προσκήνιο.
Η περιφρούρηση, επομένως, δεν είναι περιθωριακό τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα πολιτικής αυτοάμυνας του κινήματος. Σημαίνει την υπεράσπιση της συλλογικής του βούλησης, της μαζικότητάς του, των δημοκρατικών διαδικασιών του και της σχέσης του με την κοινωνική πλειοψηφία, απέναντι τόσο στην κρατική καταστολή όσο και σε κάθε απονομιμοποιημένη ή και προβοκατόρικη πρακτική που επιχειρεί να το υποκαταστήσει ή να το χρησιμοποιήσει ως πεδίο δράσης.