Την ώρα που οι ΗΠΑ βομβαρδίζουν τη Βενεζουέλα και απαγάγουν τον εκλεγμένο πρόεδρό της, ένα μέρος της δυτικής αριστεράς επιλέγει να συζητά για «αυταρχισμούς», «κοινωνική νομιμοποίηση» και «σύγκρουση ιμπεριαλισμών». Το αποτέλεσμα δεν είναι μια κριτική του ιμπεριαλισμού, αλλά η αναπαραγωγή της ίδιας της νομιμοποιητικής του αφήγησης με αριστερή φρασεολογία. Το κείμενο του Βαγγέλη Καλιντεράκη επιχειρεί να δείξει πώς η λογική των «ίσων αποστάσεων» λειτουργεί ως πολιτικό άλλοθι για την αμερικανική επιθετικότητα — και γιατί σήμερα η καθαρή αντιιμπεριαλιστική τοποθέτηση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα.
Η Βενεζουέλα, η σύγκρουση των «ιμπεριαλισμών» και οι «ίσες αποστάσεις» της Δυτικής Αριστεράς
του Βαγγέλη Καλιντεράκη, μέλος του ΠΣ της Λαϊκής Ενότητας – Ανυπότακτη Αριστερά
Την ώρα που, στη Βενεζουέλα, πάνω από 80 Βενεζουελάνοι δολοφονήθηκαν από τους αμερικάνικους βομβαρδισμούς και την επιδρομή της Delta Force, την ώρα που 32 Κουβανοί έπεσαν στο βωμό του διεθνιστικού καθήκοντος, τμήματα της αριστεράς στη Δύση συζητούν την «κοινωνική νομιμοποίηση» ή τον «αυταρχισμό» της Μπολιβαριανής κυβέρνησης στη Βενεζουέλα.
Είναι αυτονόητη και αναγκαία η συντροφική συζήτηση για τις πολιτικές της Μπολιβαριανής Βενεζουέλας, η οποία δίνει έναν άνισο αγώνα σε καθεστώς ασφυκτικών κυρώσεων από το 2017 και περικύκλωσης από τον μεγαλύτερο όγκο αμερικάνικων στρατιωτικών δυνάμεων που έχει συγκεντρωθεί ποτέ στην Καραϊβική. Είναι όμως διαφορετικό πράγμα να αναπαράγονται με «αριστερή» φρασεολογία τα επιχειρήματα του ιμπεριαλισμού την ώρα που επεμβαίνει σε μια χώρα και απαγάγει τον Πρόεδρο της. Η σύμπτωση αυτή δεν είναι τυχαία. Αποκαλύπτει μια βαθύτερη ιδεολογική χρεοκοπία που μετατρέπει την αριστερά στη Δύση σε άλλοθι του ιμπεριαλισμού που υποτίθεται ότι καταγγέλλει. Γιατί όταν σε στιγμές κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, η αριστερά αναπαράγει τα επιχειρήματα που την «ντύνουν», τελικά καταλήγει να επιχειρηματολογεί για το «ανούσιο» ή και «ανάξιο» της υπεράσπισης των πολιτικών μορφών που δέχονται επίθεση και μετατρέπεται σε έναν φιλολογικό όμιλο που «βγάζει συμπεράσματα» ή καλεί τον λαό «να βγάλει συμπεράσματα». Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως αυτές οι λογικές συνοδεύονται με αφηρημένα συνθήματα, που δεν καταλήγουν ούτε σε οργανωτικές μορφές (π.χ πρωτοβουλίες, συντονισμούς), ούτε σε συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους (π.χ διεκδίκηση αλλαγής στάσης από την εγχώρια κυβέρνηση, σύνδεση με εγχώριες αντιιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις).
Η ιμπεριαλιστική επέμβαση της 3ης Ιανουαρίου και απαγωγή του προέδρου της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις ΗΠΑ αναδεικνύει την ωμότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού καθώς και το γεγονός πως ο παγκόσμιος χωροφύλακας της δυτικής ηγεμονίας, οι ΗΠΑ, έχει μπει σε μία νέα φάση επιθετικότητας σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη: στρατηγική περικύκλωσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ανοιχτή παρέμβαση στην κινεζική επικράτεια με τον εξοπλισμό της Ταϊβάν, προσπάθεια αποσταθεροποίησης του Ιραν, γενοκτονία στην Γάζα, εμπάργκο και προσπάθεια στραγγαλισμού της Κούβας.
Η ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Βενεζουέλα – με την καταπάτηση κάθε έννοιας διεθνούς νομιμότητας και δικαίου- αλλά και ευρύτερα η επιθετικότητα των ΗΠΑ στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής αποτελεί την προώθηση μια νεοαποικιακής πολιτικής όπως αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στην επαναφορά του δόγματος Μονρόε από την στρατηγική εθνικής ασφαλείας που δημοσιοποιήθηκε προ μηνών. Αντανακλά πολλαπλές στοχεύσεις τόσο οικονομικές όσο και πολιτικές.
Οι στοχεύσεις αυτές σχετίζονται με α) την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας και κυρίως του βενεζουελάνικου πετρελαίου στο βαθμό που τα αποθέματα των ΗΠΑ μειώνονται και η παραγωγή σχιστολιθικών υδρογονανθράκων είναι κοστοβόρα, ενώ συνδέεται άμεσα με την επιδίωξη αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, την πίεση των τιμών προς τα κάτω και την μείωση των εσόδων (αλλά και των εμπορικών/ οικονομικών δεσμών) της Ρωσίας μέσω πώλησης φθηνότερου πετρελαίου β) την διακοπή των σχέσεων της Βενεζουέλας αλλά και των υπόλοιπων χωρών της Λατινικής Αμερικής με την Κίνα, την Ρωσία και το Ιράν και κατ’ επέκταση την συγκρότηση μιας νέας εφοδιαστικής αλυσίδας στο δυτικό ημισφαίριο και κυρίως γ) στην ανατροπή ενός πολιτικού υποδείγματος στην Λατινική Αμερική που να θέτει φραγμούς στις ορέξεις των ΗΠΑ και να δείχνει έναν εναλλακτικό δρόμο, όπως είναι αυτό της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας.
Το σχέδιο της αυτοκρατορίας είναι έκδηλο και δεν είναι διαφορετικό από αυτό που ακολουθεί ο δυτικός ιμπεριαλισμός εδώ και τρεις αιώνες κυριαρχίας, βίας, λεηλασίας και σφαγών. Ο στρατός ανοίγει τις αγορές, οι έμποροι κάνουν «δουλειές» και οι κήρυκες προσυλητίζουν.
Το διαρκές μοτίβο νομιμοποίησης των αμερικανικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων
Η δύση και οι σημερινοί της κήρυκες προσπάθησαν να μακιγιάρουν την ωμή βία της ιμπεριαλιστικής επέμβασης ως μιας αστυνομικής επιχείρησης που κυνηγάει ένα καρτελ. Σήμερα είναι η μάχη ενάντια «στην ναρκοτρομοκρατία ενός αυταρχικού καθεστώτος». Το 1999 ο στρατός «των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» βομβάρδισε την Γιουγκοσλαβία απέναντι στον «διεφθαρμένο και αυταρχικό Μιλόσεβιτς». Το 2003 διέλυσε το Ιρακ όπου ο Σανταμ Χουσέιν «διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής». Το 2011 διέλυσε το κράτος της Λιβύης και σκότωσε τον αρχηγό του κράτους για «την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων». Και η λίστα δεν σταματάει.
Υπάρχει ένα μοτίβο στο πως οι κήρυκες της Δύσης- τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι μηχανισμοί προπαγάνδας- επενδύουν ιδεολογικά τα εγκλήματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της συμμορίας του. Ωστόσο, η ιδεολογική ισχύς αυτής της αφήγησης δεν περιορίζεται στους μηχανισμούς του κράτους και των κυρίαρχων ΜΜΕ. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι τμήματα αυτής της επιχειρηματολογίας διαχέονται και εντός της ίδιας της αριστεράς στη Δύση, προσλαμβάνοντας μια «κριτική» ή «αντιιμπεριαλιστική» μορφή που, στην πράξη, λειτουργεί ως συμπλήρωμα και όχι ως ρήξη με την κυρίαρχη στρατηγική.
Η κριτική της Αριστεράς στην Δύση ως άλλοθι του δυτικού ιμπεριαλισμού
Πέραν ωστόσο από όσους είναι ταγμένοι με την διατήρηση της αιματοβαμμένης αμερικανικής ηγεμονίας, προσηλυτίζονται σε αυτή την υπόθεση και τμήματα της αριστεράς στην Δύση ή καλύτερα της Δυτικής Αριστεράς, αναπαράγοντας στοιχεία ή αυτούσια την αφήγηση των δυτικών μέσων, συνιστώντας το αριστερό άλλοθι της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού.
Πρέπει κανείς να εντοπίσει τα βασικά στοιχεία της δυτικής αφήγησης που αποτελούν νομιμοποιητική βάση για την ιμπεριαλιστική επέμβαση και την απαγωγή του Μαδούρο όπως αναπαράγεται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης αλλά και από το ίδιο το αμερικάνικο κράτος και ύστερα να τα συγκρίνει με αυτά της δυτικής αριστεράς.
Η ιδεολογική επένδυση της αμερικάνικης επιθετικότητας έχει ως βασικά στοιχεία πως το καθεστώς Μαδούρο είναι ένα αντιδημοκρατικό/αυταρχικό καθεστώς και πως η Βενεζουέλα είναι προκεχωρημένο φυλάκιο της Κίνας και της Ρωσίας στη Λατινική Αμερική. Η συμπληρωματική αφήγηση που αναπαράγεται από το ίδιο το κόμμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ και διαχέεται και στα υπόλοιπα «προοδευτικά» κόμματα της δύσης διατηρεί στο πυρήνα της το γεγονός πως το καθεστώς της Βενεζουέλας είναι αντιδημοκρατικό/αυταρχικό συμπληρώνοντας πως έχει «πουτινοποιηθεί» η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με την προεδρία Τραμπ. Αυτά σε ένα ευρύτερο κλίμα πως στην Αλάσκα «μοιράστηκε ο κόσμος», ο Πούτιν καθαρίζει την αυλή του (Ουκρανία) και ο Τραμπ την δική του (Λατινική Αμερική).
Αυτά τα βασικά στοιχεία μπορεί κανείς να τα εντοπίσει και στην συζήτηση που επικρατεί στην ελληνική αριστερά, ραφιναρισμένα με την γενικόλογη θεωρία της σύγκρουσης των ιμπεριαλισμών (ΗΠΑ- Ρωσία, Κίνα) και της κατ’ επέκτασης στάσης ίσων αποστάσεων. Οι θέσεις αυτές αποκρυσταλλώνονται τόσό στις θέσεις αλλά και την συνεχή αρθρογραφία του ΚΚΕ για το ζήτημα της Βενεζουέλας όσο και από δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Το ζήτημα δεν είναι αν οι ίδιοι δηλώνουν ότι «καταδικάζουν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό»: αυτό το δηλώνουν όλοι. Το ζήτημα είναι ότι, μέσα από τον τρόπο που ιεραρχούν, συμψηφίζουν και μετατοπίζουν τη συζήτηση, καταλήγουν αντικειμενικά σε ένα αποτέλεσμα ίσων αποστάσεων, ακόμη κι αν δεν το ομολογούν και δεν το επιδιώκουν.
Η παραπάνω μετατόπιση δεν αποτελεί αφηρημένο σχήμα λόγου ούτε περιορίζεται σε γενικές τοποθετήσεις. Αντίθετα, αποτυπώνεται με σαφήνεια σε συγκεκριμένα κείμενα και παρεμβάσεις της ελληνικής αριστεράς. Χαρακτηριστικό –όχι μεμονωμένο αλλά ενδεικτικό– παράδειγμα αποτελεί το το άρθρο Για τις εξελίξεις με αφετηρία την κρατική αλητεία των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, του Π. Μαυροειδη στελέχους του ΝΑΡ στην Παντιερα. Συγκεκριμένα
Πρώτον: Μία μέρα μετά την απαγωγή του προέδρου Μαδούρο και της ωμής ιμπεριαλιστικής επέμβασης εμφανίζει ο συγγραφέας τον απαχθή πρόεδρο της Βενεζουέλας ως συνεργαζόμενο με τις ΗΠΑ (σημείο 3) και ως παράγοντα όπου η πολιτική του ενίσχυσε τις ΗΠΑ.Το επιχείρημα είναι ότι ο Μαδούρο «συνεργαζόταν» με τις ΗΠΑ επειδή επέτρεψε παρουσία της Chevron:
«3. Διευκρίνηση: Οι ΗΠΑ είχαν ήδη παρουσία στις εξορύξεις πετρελαίου δια της Chevron, μάλιστα με όλο και διευρυνόμενα και ετεροβαρή συμβόλαια σε βάρος της Βενεζουέλας που δρομολόγησε η κυβέρνηση Μαδούρο. Η συνεργασία και ο εξευμενισμός δε δούλεψε για το καλό του λαού, αλλά ούτε και της κυβέρνησης. Αντίθετα ενίσχυσε τα αστικά στρώματα της χώρας που ταυτιζόταν πάντα με τον αμερικανικό παράγοντα.»
Η πραγματικότητα ωστόσο είναι πως επί Ούγκο Τσάβες, στο πλαίσιο της πετρελαϊκής πολιτικής του τη δεκαετία του 2000, επιβλήθηκε αυστηρός κρατικός έλεγχος στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων μέσω της PDVSA (με ποσοστό τουλάχιστον 60%), απαιτώντας από τις ξένες εταιρείες να αποδεχθούν μειοψηφική συμμετοχή και αυξημένους φόρους. Οι αμερικανικές ExxonMobil και ConocoPhillips αρνήθηκαν τους νέους όρους, αποχώρησαν από τη Βενεζουέλα και προσέφυγαν σε διεθνή διαιτησία, ενώ αντίθετα η Chevron αποδέχθηκε το νέο καθεστώς και παρέμεινε στη χώρα, διασφαλίζοντας τη συνέχιση της παραγωγής υπό κρατική πλειοψηφία. Πολιτική η οποία συνεχίστηκε και επί κυβέρνησης Μαδούρο, χωρίς καμία αλλαγή από το 2007, πέραν των περιορισμών που έθεταν κάθε φορά οι αμερικανικές κυρώσεις και έκαναν πιο δύσκολη την εξαγωγή πετρελαίου από την Chevron προς τις ΗΠΑ. Ο χαρακτηρισμός αυτής της πολιτικής ως «συνεργασία και εξευμενισμός» είναι σαν να ισχυρίζεσαι ότι η Κούβα συνεργάζεται με τις ΗΠΑ Με την ίδια λογική, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Κούβα «συνεργάζεται» με τις ΗΠΑ επειδή από το 2015 επιτρέπει αμερικάνικες τηλεπικοινωνιακές εταιρείες να παρέχουν υπηρεσίες roaming στο νησί, ή επειδή δέχεται αμερικάνικα φάρμακα μέσω ανθρωπιστικών εξαιρέσεων από το εμπάργκο. Ή ακόμα πιο γελοίο: ότι η Κούβα «εξευμενίζει» τις ΗΠΑ επειδή δεν έχει εκδιώξει τη στρατιωτική βάση του Γκουαντάναμο, που οι ΗΠΑ κατέχουν με τη βία, παρά τις δεκαετίες κουβανικών διαμαρτυριών.
Δεύτερον: Αναπαράγεται αυτούσια τόσο η «εύκολη» απαγωγή του Μαδούρο όσο και η έλλειψη κοινωνικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης.
«8. Πιάστηκε εύκολα και ταπεινωτικά ο Μαδούρο; Αναμφίβολα. Και είναι πολλά τα ερωτήματα. Μαζί και οι θεωρίες συνωμοσίας. Υπάρχουν όμως ορισμένα δεδομένα. Η κοινωνική νομιμοποίηση της κυβέρνησης έχει μειωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, στο φόντο της πολιτικής της, όπου τα πάντα είχαν βασιστεί στις εξορύξεις πετρελαίου και σε αντίστοιχες συμμαχίες με αστικά στρώματα, που διακρίνονται μόνο για τον «πατριωτισμό του χρήματος».»
Πρόκειται για την αναπαραγωγή της ουσίας της δυτικής αφήγησης σε σχέση με την νομιμοποίηση της κυβέρνησης, θεμελιωμένη αυτή την φορά από τα αριστερά, μαζί με το εφέ της εύκολης επιχείρησης. Την ίδια στιγμή που έδωσαν τη ζωή τους 32 Κουβανοί για να υπερασπιστούν το πρόεδρο Μαδούρο και την Μπολιβαριανή Δημοκρατία, την ίδια στιγμή που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Βενεζουελάνοι στρατιώτες αλλά και άμαχοι, την ίδια στιγμή που χτυπήθηκαν στρατιωτικές και πολιτικές υποδομές.
Τρίτον: Το σύνολο του κειμένου διαπνέεται από την λογική της ανάδυσης των ιμπεριαλισμών που συγκρούονται
«5. Οι ΗΠΑ στο πλάι και του νέου δόγματος «εθνικής ασφάλειας» και της συνειδητοποίησης της διαμόρφωσης ενός τουλάχιστον τριπολικού κόσμου μεγάλων (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία) […]»
«15. Με τούτα και με τα άλλα, έχουμε μπει για τα καλά σε μια πολεμική εποχή, ακραίας αστικής επιθετικότητας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Όπως είναι αδύνατη η ταξική ανακωχή με μια αστική τάξη που τα θέλει όλα στο κοινωνικό πεδίο, είναι επίσης τραγική αυταπάτη η συνύπαρξη με τον ιμπεριαλισμό, είτε στο πλαίσιο μιας νέας αμερικανικής τάξης πραγμάτων, είτε στο πλαίσιο ενός (ανέφικτου) πολυπολικού κόσμου «κανόνων».»
Η Βενεζουέλα συνάπτει συμμαχίες με την Ρωσία και την Κίνα. Η Ρωσία και η Κίνα είναι οι νέοι ιμπεριαλιστικοί πόλοι κατά συνέπεια η Βενεζουέλα είναι και αυτή μια χώρα που ανήκει σε ένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Αυτό δεν λέγεται ρητά. Υπάρχει όμως από την απουσία στήριξης και αλληλεγγύης όχι μόνο στο λαό της Βενεζουέλας αλλά και στον πρόεδρο, στην κυβέρνηση και την ίδια την κρατικής της οντότητα.
Τα παραπάνω αποτελούν καθρέφτη μιας βαθύτερης ιδεολογικής χρεοκοπίας. Η ίδια αυτή ρητορική, που δήθεν αντιμάχεται την επιθετικότητα των ιμπεριαλιστών, επενδύει ιδεολογικά τον πυρήνα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού: τον αυταρχισμό της ισχύος, την τιμωρητική λογική της αυτοκρατορίας και την ιδέα ότι οι ΗΠΑ έχουν το ηθικό δικαίωμα να αποφασίζουν ποιο καθεστώς είναι «νόμιμο» και ποιο όχι.
Η υλική βάση της ιδεολογικής χρεοκοπίας της αριστεράς στην Δύση
Η στάση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους πολιτικού λάθους ή συγκυριακής σύγχυσης. Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα βαθύτερων ιστορικών και κοινωνικών διεργασιών που έχουν μετασχηματίσει τόσο τον καπιταλισμό όσο και την ίδια την αριστερά στις δυτικές κοινωνίες
Η ιδεολογική χρεοκοπία της δυτικής αριστεράς αντανακλά ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις που στηρίζονται στους ίδιους τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που έχουν συμβεί στην ίδια την παραγωγική διαδικασία σε διεθνές επίπεδο.
Η υλική βάση αυτής της πολιτικής και ιδεολογικής μεταβολής βρίσκεται στην μετατόπιση της παγκόσμιας παραγωγής από τα ανεπτυγμένα δυτικά καπιταλιστικά κράτη στην Κίνα και την Νοτιοανατολική Ασία. Στο πλαίσιο αυτό οι δυτικοί εργαζόμενοι απώλεσαν την διαπραγματευτική τους ισχύ αντισταθμίζοντας την όμως με την πρόσβαση σε φθηνά καταναλωτικά αγαθά που βασίζονταν στην εντατικοποιημένη εκμετάλλευση της περιφέρειας.
Αυτό το «deal»– υποβάθμιση της ταξικής ισχύος με αντάλλαγμα το βιοτικό επίπεδο στις ιμπεριαλιστικές χώρες- μετασχηματίστηκε σταδιακά σε ιδεολογία, πολιτική ανάλυση και πρακτική. Μέσω του μεταμοντερνισμού η ταξική πάλη εγκαταλείφθηκε υπέρ «μεταυλιστικών αιτημάτων» και μιας πολιτικής των ταυτοτήτων ενώ η κριτική του ιμπεριαλισμού αντικαταστάθηκε από αφηρημένες θεωρίες περί «παγκοσμιοποίησης», ολοκληρωτικών συστημάτων και ιμπεριαλιστικών πυραμίδων, όπου οι συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης διαλύονται σε γενικεύσεις «όλα είναι καπιταλισμός» ή/και «όλα είναι ιμπεριαλισμός». Οι ιδεολογικές αυτές μετατοπίσεις δεν είναι καθόλου αθώες.
Η πολιτική αφήγηση που επιδιώκει σε κάθε φάση όξυνσης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας του club της Δύσης να αποδομεί αυτόν στον οποίο επιτίθεται η Δύση επιτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία. Το φαινόμενο δεν είναι νέο. Η ανάδειξη του Μιλόσεβιτς ως ενός αιμοσταγούς δικτάτορα, η κατηγορία ότι ο Ασαντ συγκροτεί ένα αυταρχικό καθεστώς, η αντίληψη ότι «άνοιξε η όρεξη του Πούτιν», η λογική ότι ο Μαδούρο «στερείται κοινωνικής νομιμοποίησης» ειναι στοιχεία που βρίσκονται στον πυρήνα της νομιμοποίησης της αμερικάνικης επιθετικότητας. Ο υλικός καθορισμός αυτών των χυδαίων ιδεολογικών θέσεων δεν είναι άλλος από την ενσωμάτωση των υποκειμένων που τις εκφέρουν στο δυτικό στρατόπεδο, των προνομίων που αυτό παρέχει και της απόστασης από τις πραγματικές μάχες που δίνουν οι πραγματικοί άνθρωποι απέναντι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Είναι τουλάχιστον ανέκδοτο να θεωρεί κανείς περισσότερο ρεφορμιστή τον πρόεδρο Μαδούρο ή τον Τσαβισμό μετά τον θάνατο Τσάβεζ, ή τον πρόεδρο Ντιαζ και το ΚΚ Κούβας, που κοιτάνε στα μάτια το κτήνος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, από οργανώσεις και κόμματα στην Δύση που επιλέγουν να κάνουν μονοδρομημένες πορείες.
Συνεπώς η θεωρία της σύγκρουσης των ιμπεριαλισμών, η αντιμετώπιση του πλανήτη ως μοιρασμένου σε «σφαίρες επιρροής», η αναγωγή όλων των αντιθέσεων σε «ενδοιμπεριαλιστικές» και η de facto στάση ίσων αποστάσεων ενισχύει την κύρια πλευρά της αντίθεσης, αυτή του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού. Έτσι ερμηνεύεται και μια περίεργη σιωπή: αυτή γύρω από την ήττα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.
Η ανάγκη ανάπτυξης ενός αντιιμπεριαλιστικού συντονισμού ενάντια στους εξοπλισμούς και τα ευρωατλαντικά σχέδια
Σε αντίθεση με το κυρίαρχο ιδεολογικό αφήγημα, τουλάχιστον όσον αφορά τον δυτικό κόσμο, δεν «οξύνονται οι διεθνείς ανταγωνισμοί». Αυτό που συμβαίνει είναι κλιμάκωση της ιμπεριαλιστικής εξόρμησης των ΗΠΑ, που απειλεί να βάλει φωτιά στον πλανήτη για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους. Αυτή είναι η πολιτική που πρέπει να ηττηθεί στην Βενεζουέλα, αυτή είναι η πολιτική που πρέπει να ηττηθεί στην Κούβα. Αυτή η πολιτική είναι που πρέπει να ηττηθεί στην Γάζα και στην Μέση Ανατολή. Τα κράτη και οι λαοί που δίνουν αυτόν τον αγώνα πρέπει να μείνουν όρθια. Χρειάζονται την στήριξη πολιτική, ιδεολογική, υλική και ηθική. Αυτό για την αριστερά εκείνη που επιδιώκει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των λαών όχι μόνο στα λόγια αλλά και στις πράξεις.
Είναι επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση ενός σταθερού και μαζικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος με σαφή στόχευση ενάντια στο ΝΑΤΟ, τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και τις κυρώσεις σε μια ελάχιστη αλλά καθοριστική πολιτική βάση: ο δυτικός ιμπεριαλισμός αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, η αποδυνάμωση του είναι προς όφελος των λαών όλου του κόσμου.
Οι δυνάμεις που ιστορικά αρνήθηκαν μια σαφή αντιιμπεριαλιστική τοποθέτηση όχι μόνο δεν κατάφεραν να συμβάλλουν στο αντιπολεμικό/ αντιιμπεριαλιστικό κίνημα αλλά έπαιξαν διασπαστικό ρόλο και τελικά το αφόπλισαν. Δεν πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή «ίσων αποστάσεων», αφού κανείς σχεδόν δεν την ομολογεί έτσι. Πρόκειται για το πολιτικό αποτέλεσμα μιας επιχειρηματολογίας που, ενώ καταγγέλλει λεκτικά τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, στην πράξη τον σχετικοποιεί, τον συμψηφίζει και τον απογυμνώνει από τη μοναδικότητά του ως παγκόσμια δύναμη επιβολής.
Το γεγονός αυτό αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στην περίπτωση του ουκρανικού ζητήματος και την άρνηση να κατονομαστούν οι ΗΠΑ και ο δυτικός ιμπεριαλισμός ως ο κύριος υπαίτιος, οδηγώντας σε πολιτική παράλυση το κίνημα: καμιά κουβέντα για τις κυρώσεις (πολλώ δε μάλλον οργάνωση αγώνα εναντίον τους), παρά το γεγονός ότι είχαν σημαντική επίπτωση στο κόστος ζωής του λαού, ενώ φτάσαμε στο σημείο δυνάμεις της αριστεράς να μην απευθύνουν καν κάλεσμα στο λαό για κινητοποίηση την ημέρα της παρουσίας των ναζί των Αζοφ στην Βουλή και του Ζελένσκι. Αποτυπώθηκε επίσης και στην στάση της αριστεράς στο ζήτημα της Παλαιστίνης, όπου η αλληλεγγύη περιορίστηκε σε τελείως συμβολική διάσταση, χωρίς να λαμβάνει τον χαρακτήρα του αγώνα ενάντια στη συνενοχή της κυβέρνησης Μητσοτάκη στη γενοκτονία και χωρίς να καταφέρει να αποκτήσει πανελλαδική, οργανωμένη διάσταση, πέρα από περιστασιακά ξεσπάσματα.
Κάθε ρήγμα στην ισχύ του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ανοίγει χώρο για κοινωνική χειραφέτηση παγκοσμίως. Η ήττα του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία αποδυναμώνει τον ίδιο μηχανισμό που επιβάλλει μνημόνια στην Ελλάδα και τα προγράμματα του ΔΝΤ στην Λατινική Αμερική και στην Αφρική. Η επιβίωση της Βενεζουέλας αφορά και τη δική μας επιβίωση.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι κρίσιμη η ύπαρξη της Κίνας και της Ρωσίας ως δυνάμεων που αντιστέκονται στις κυρώσεις και την ιμπεριαλιστική επιβολή. Χωρίς αυτές, χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Κούβα, το Ιράν θα ήταν σε απόλυτη απομόνωση – όπως η Κούβα στη δεκαετία του ’90, όταν η «Ειδική Περίοδος» τροφοδότησε φιλοδυτικά ρεύματα μέσα από την απελπισία. Όπως η Βενεζουέλα το 2017-2020, όταν η κατάρρευση του ΑΕΠ κατά 75% δημιούργησε το υλικό υπόστρωμα φιλοδυτικών διεκδικήσεων σε τμήματα των λαϊκών τάξεων. Η ικανότητα της Κίνας και της Ρωσίας να παρακάμπτουν τις κυρώσεις δίνει οξυγόνο στους πολιορκημένους – και προοπτική στην αντίσταση.
Γι’ αυτό η Δύση διεξάγει συστηματικό αγώνα για την απαξίωση τους: όχι επειδή είναι «τέλειες», αλλά επειδή η ύπαρξή τους υπονομεύει τη μονοπωλιακή ισχύ του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να τιμωρεί και να υποτάσσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ακραία απομόνωση των αντιστάσεων ανά τον πλαντή κατά την απόλυτη κυριαρχία της μονοπολικής στιγμής την περίοδο 1990-2010: οι αντιστάσεις των λαών πάλευαν απομονωμένες και ευάλωτες απέναντι στην αμερικάνικη ισχύ. Η σχετική κάμψη του δυτικού ιμπεριαλισμού και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ δίνει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών, γεγονός που αποδεικνύεται σήμερα σε περιοχές όπως το Σάχελ, η Λατινική Αμερική, ενώ οξύνει τις αντιφάσεις της στρατηγικής των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ακόμα και στη Μέση Ανατολή. Η αριστερά που, σε αυτό το περιβάλλον, επιλέγει τις «ίσες αποστάσεις», στην πραγματικότητα επιλέγει τη μονοπολική κυριαρχία.
Το πρόβλημα της Δυτικής Αριστεράς δεν είναι οι προθέσεις ή οι αφηρημένες εξαγγελίες, αλλά η αντικειμενική λειτουργία της επιχειρηματολογίας που υιοθετεί. Ακόμη κι όταν διατυπώνεται φραστικά η καταγγελία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ο τρόπος που εξισώνονται οι «ανταγωνισμοί» και μετατοπίζεται το κέντρο βάρους της ανάλυσης οδηγεί, στην πράξη, σε μια λογική ίσων αποστάσεων. Όποιος δεν το καταλαβαίνει, έχει ήδη διαλέξει πλευρά: και δεν είναι η πλευρά των 32 νεκρών Κουβανών και των 80 και πλέον νεκρών Βενεζουελανων. Τα ψευτοαριστερά άλλοθι δεν αρκούν για να κρυφτεί ποια είναι αυτή η πλευρά: ο δυτικός ιμπεριαλισμός υπό αμερικανική ηγεσία.
του Βαγγέλη Καλιντεράκη,
μέλος της ΠΓ της Λαϊκής Ενότητας – Ανυπότακτη Αριστερά